Monday, March 18, 2013

Κύριος Χ - Ο Μαρουάν



Κύριος Χ

Ο Μαρουάν
                                   

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό αγόρι που το έλεγαν Μαρουάν. Ζούσε σε ένα ίδρυμα, μαζί με άλλα παιδάκια που είχαν χάσει τους γονείς τους. Ο Μαρουάν δε θυμόταν καν τους δικούς του. Δεν τους είχε δει ποτέ, αφού όλη του τη ζωή την είχε περάσει στο ίδρυμα που βρισκόταν λίγο έξω από τη μεγάλη πόλη. Παράπονο όμως δεν είχε. Μπορεί να ήταν μοναχικός, και να μην έκανε πολλή παρέα με τα υπόλοιπα παιδιά, όμως κάθε μέρα είχε ένα πιάτο φαγητό, ένα ζεστό κρεβάτι να κοιμηθεί το βράδυ, και χρόνο να κάνει τις βόλτες του στο δάσος που υπήρχε λίγο πιο μακριά, ώστε να περιδιαβαίνει ανάμεσα στα δέντρα που τόσο αγαπούσε. Όμως μια μέρα, ο διευθυντής του ιδρύματος, μάζεψε όλα τα παιδάκια στην αυλή και τους έκανε μια ανακοίνωση πολύ δυσάρεστη. Τους είπε ότι το ίδρυμα θα έκλεινε, γιατί ο ιδιοκτήτης του κτιρίου θα το γκρέμιζε για να φτιάξει ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο. Τους είπε επίσης ότι όλα όσα είχαν μάθει τόσα χρόνια στο ίδρυμα θα τους ήταν πολύ χρήσιμα στο να συνεχίσουν τη ζωή τους έξω από αυτό, καθώς και ότι ήταν πολύ λυπημένος που θα έπρεπε να τα αποχωριστεί. Αυτό που δεν τους είπε ήταν ότι ιδιοκτήτης του κτιρίου ήταν ο ίδιος κι ότι πήρε αρκετά χρήματα για να το πουλήσει, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.

Ο Μαρουάν σοκαρίστηκε, αν και αρχικά δεν το πίστεψε. Τι πάει να πει σκέφτηκε πως πρέπει να φύγουν; Και πού να πάνε; Δεν ήξερε άλλο μέρος από το ίδρυμα. Όταν όμως είδε τα άλλα παιδιά να πακετάρουν τα πράγματά τους πείστηκε, αν και μέσα του παρακαλούσε να είναι όλο αυτό ένα ψέμα. Έτσι ξάπλωσε στο κρεβάτι του και προσευχήθηκε όταν ξυπνούσε να διαπίστωνε πως όλο αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κακό όνειρο.  Δεν ήταν λίγες οι νύχτες που ο Μαρουάν πεταγόταν μέσα στη νύχτα τρομαγμένος από κάποιον εφιάλτη, και η νύχτα αυτή δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Αρχικά είδε στον ύπνο του ότι έτρεχε κυνηγημένος, μετά είδε ότι περπατούσε σε ένα πολύ στενό μονοπάτι στην άκρη ενός γκρεμού προσπαθώντας να ισορροπήσει, και τέλος είδε ότι καθόταν σε ένα τεράστιο, μακρόστενο τραπέζι, γεμάτο λαχταριστά φαγητά, τα οποία όμως δεν μπορούσε να αγγίξει, γιατί διάφοροι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, όλοι τους τόσο ψηλοί ώστε να μην μπορεί να διακρίνει τα πρόσωπά τους, του το απαγόρευαν φωνάζοντάς του και μαλώνοντάς τον. Ξύπνησε ιδρωμένος και τρομαγμένος από τον τελευταίο εφιάλτη, και με ανακούφιση διαπίστωσε ότι ήταν απλά ένα κακό όνειρο. Όμως δυστυχώς για αυτόν, τα κακά νέα της προηγούμενης ημέρας αποδείχτηκαν αληθινά. Είδε ότι τα υπόλοιπα κρεβάτια στο θάλαμο ήταν άδεια. Σηκώθηκε, κοίταξε από το παράθυρο, και είδε τις μπουλντόζες να είναι έτοιμες να αρχίσουν την κατεδάφιση. Απογοητεύτηκε διπλά. Από τη μία γιατί έπρεπε να αποχωριστεί το μέρος που είχε γνωρίσει σα σπίτι, από την άλλη γιατί κανείς δεν τον ξύπνησε. Δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τα υπόλοιπα παιδιά που τον θεωρούσαν λίγο παράξενο και δεν τον έκαναν παρέα, αυτό όμως δεν τον πείραζε μιας και είχε την άνεση να κάνει τις βόλτες του μόνος και ανενόχλητος. Αυτό που δεν περίμενε ήταν να τον εγκαταλείψουν στον ύπνο του.

Οι εργάτες με τις φωνές τους δεν τον άφησαν να κάθεται να κλαίγεται άλλο, κι έτσι ο Μαρουάν μάζεψε τα λιγοστά υπάρχοντά του - μία φλογέρα, ένα μονοκυάλι και μία χαλασμένη κλεψύδρα, ντύθηκε, και βγήκε προσεκτικά από την πίσω πόρτα δίχως να τον δει κανείς. Μόλις πέρασε τη μεγάλη, σιδερένια πύλη κοντοστάθηκε λίγο για να ρίξει μία τελευταία ματιά στο ίδρυμα που δε θα ξαναέβλεπε ποτέ. Δεν είχε δεθεί τόσο με το μέρος αυτό, αλλά ήταν το σπίτι του, και τώρα είχε μείνει μόνος δίχως να ξέρει τι να κάνει. Ο δρόμος που περνούσε έξω από το ίδρυμα από τη μία μεριά είχε κατεύθυνση προς το δάσος και από την άλλη προς την πόλη. Μία όλη κι όλη ήταν η φορά που είχε πάει στην πόλη ο Μαρουάν, όταν μία δασκάλα από το ίδρυμα είχε πάρει εκείνον κι άλλα δύο παιδιά να τη βοηθήσουν να μεταφέρει μία βιβλιοθήκη που τους είχε κάνει δωρεά ο δήμαρχος. Είχαν πάει με ένα ανοιχτό φορτηγάκι, και μιας και δε χωρούσαν όλοι στην καμπίνα, δηλαδή ο οδηγός, η δασκάλα και τα τρία παιδιά, ο Μαρουάν που ήταν και ο μικρότερος παρέμεινε στην καρότσα κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Δεν του άρεσε καθόλου η πόλη, με τη βρωμιά, τη φασαρία, τα αυτοκίνητα να κορνάρουν και να τρέχουν, τους ανθρώπους να τρέχουν κι αυτοί, και έτσι μόλις γύρισαν πίσω αφού βοήθησε τη δασκάλα του να τακτοποιήσει τα βιβλία στην καινούρια βιβλιοθήκη πήγε μία μεγάλη βόλτα στο δάσος για να καθαρίσει το μυαλό του από την ασχήμια της πόλης. Δεν ξαναζήτησε ποτέ να συμμετέχει σε κάποια δουλειά στην πόλη, άλλωστε τα υπόλοιπα παιδιά ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμα να πάνε, και πιθανότατα σκέφτηκε ο Μαρουάν, τώρα να ήταν ήδη στο δρόμο προς εκεί. Κοίταξε για λίγο προς τη μεριά του δάσους, μα σκέφτηκε ότι εκεί θα ήταν εντελώς μόνος του, κι έτσι κίνησε προς την πόλη να βρει τα άλλα παιδιά.                                                                   

Η πόλη ήταν αρκετά μακριά τελικά. Είχε διαφορά να πηγαίνεις με το αυτοκίνητο που και πάλι είχαν χρειαστεί αρκετή ώρα για να φτάσουν, αλλά τώρα η διαδρομή του έμοιαζε πραγματικά ατελείωτη. Περπατούσε ώρες ολόκληρες, και η πόλη δεν εμφανιζόταν στον ορίζοντα. Ήταν νηστικός από την προηγούμενη μέρα μιας και οι φίλοι του φρόντισαν να πάρουν όλες τις προμήθειες φαγητού που μπορεί να είχαν μείνει στο ίδρυμα. Ο Μαρουάν παρ’ όλα αυτά δεν το έβαλε κάτω. Ήταν πια αργά το μεσημέρι και ο ήλιος έκαιγε στον ουρανό τόσο, που το νεαρό αγόρι αναγκάστηκε να βγάλει τη ζακέτα και τη μπλούζα του ώστε να συνεχίσει. Ζεσταινόταν και διψούσε και τα πόδια του τον πονούσαν, όμως είχε βάλει σκοπό να μη σταματήσει αν δεν έφτανε στην πόλη. Που και που περνούσε κάποιο αυτοκίνητο που πήγαινε προς τα εκεί, όμως ο Μαρουάν αν και σκέφτηκε να σταματήσει κάποιο να τον πάρει μαζί του, κάθε φορά η ντροπή  κέρδιζε την κούραση, κι έτσι συνέχισε να περπατά και να περπατά μέχρι που κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο, και βγήκε από το δρόμο σταματώντας δίπλα σε κάτι πυκνούς θάμνους. Κάθισε να ξαποστάσει, εξαντλημένος από το αδιάκοπο περπάτημα. Το στομάχι του διαμαρτυρόταν ολοένα και πιο έντονα, ενώ το κορμί του πονούσε από την ταλαιπωρία. Ακούμπησε στο έδαφος τα λιγοστά υπάρχοντά του, στη σειρά, λες και θα τον βοηθούσαν να σκεφτεί έναν τρόπο να φτάσει γρηγορότερα στην πόλη και να βρει τους φίλους του από το ίδρυμα. Δεν τους κρατούσε κακία που τον είχαν εγκαταλείψει. Σκέφτηκε, ίσως από ανάγκη να μη νιώθει μόνος, ότι είχαν φύγει πιο νωρίς για να βρουν ένα καινούριο μέρος που θα μείνουν, κι ότι θα τον περίμεναν με γέλια και χαρά.                 

Είχε αφοσιωθεί να κοιτάζει τα αταίριαστα αντικείμενα που κουβαλούσε, που για εκείνον αν και σπασμένα παρέμεναν πολύτιμα. Τότε, κάτι αναπάντεχο συνέβη. Μέσα από το δίχως τζάμι μονοκυάλι, τη ραγισμένη κλεψύδρα και τη σπασμένη φλογέρα, εμφανίστηκαν τρεις αράχνες, μία από το κάθε αντικείμενο. Ήταν μία μπλε, μία πράσινη και μία κίτρινη, και όσο ο Μαρουάν τις κοιτούσε απορημένος, εκείνες βάλθηκαν να συζητούν. «Γιατί σταματήσαμε;» αποκρίθηκε η μπλε αράχνη από το στόμιο της φλογέρας, για να της απαντήσει η κίτρινη που είχε μισοβγεί από την κλεψύδρα: «Γιατί κουράστηκε κιόλας ο νεαρός μεταφορέας μας, για αυτό». «Μην τον αποπαίρνεις» πήρε τελευταία το λόγο η πράσινη αράχνη, βγαίνοντας από το μονοκυάλι. «Μετά από τόσο δρόμο, δικαιούται να πάρει μια ανάσα». «Αν είναι για μια ανάσα εντάξει, αλλά εμένα μου φαίνεται πως σκοπεύει να κάτσει περισσότερο» είπε η κίτρινη, εμφανώς ανυπόμονη. Ο Μαρουάν κοιτούσε έκπληκτος τις αράχνες να μιλάνε, και για μια μόνο στιγμή σκέφτηκε πως ήταν άλλο ένα όνειρο όλο αυτό. Όμως η πράσινη αράχνη τον τσίμπησε ελαφρά στο χέρι, και του είπε με γαλήνια φωνή. «Δεν κοιμάσαι, αυτό είναι βέβαιο. Είσαι στο δρόμο για τη μεγάλη πόλη, κι εμείς είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε. Οπότε ας μη χάνουμε χρόνο. Το συντομότερο που θα φτάσουμε, τόσο το καλύτερο για όλους μας» Ο Μαρουάν μουδιασμένος από το τσίμπημα, κοίταξε τις αράχνες και σηκώθηκε αμέσως. «Πρέπει να φτάσουμε στην πόλη» είπε σαν υπνωτισμένος. «Φυσικά, για να βρούμε και κάτι να φάμε» είπε η μπλε αράχνη. «Εδώ δεν έχει τίποτα ούτε για εσένα ούτε για εμάς. Πάμε, λοιπόν, καλό μας αγόρι!»                                                                                            

Οι αράχνες ξαναμπήκαν μέσα στα «σπίτια» τους, και ο Μαρουάν αν και εξαντλημένος σηκώθηκε, άνοιξε το βήμα, και κίνησε προς την πόλη. Μέσα στη ζαλάδα από το τσίμπημα, αμέλησε να πάρει τη μπλούζα και τη ζακέτα του, και προχώρησε φορώντας μόνο το φθαρμένο του κοντό παντελόνι. Όταν μετά από ώρες έφτασε επιτέλους, το γλυκό δειλινό που είχε φέρει λίγη δροσιά στο αναψοκοκκινισμένο αγόρι, είχε πια παραδώσει τη θέση του στη νύχτα, η οποία σε συνδυασμό με την άπνοια έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Δεν είχε πιει ούτε νερό από τότε που άφησε πίσω του το ίδρυμα, και τα χείλη του είχαν στεγνώσει και ξεραθεί. Κοντοστάθηκε για λίγο στην άκρη ενός πολύβουου δρόμου, μέσα στον οποίο τα αυτοκίνητα και οι μηχανές έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα κάνοντας φασαρία και αφήνοντας καπνούς που υψώνονταν μαύροι στον ουρανό. Τα πόδια του τον πονούσαν από το αδιάκοπο περπάτημα, και τα παπούτσια του τον στένευαν τόσο που δεν άντεχε άλλο μέσα σε αυτά, έτσι τα έβγαλε και τα πέταξε πίσω του. Τότε η κίτρινη αράχνη ξεπρόβαλε μέσα από την κλεψύδρα, ανέβηκε στο χέρι του Μαρουάν, και σκαρφάλωσε ώσπου έφτασε στο αυτί του. «Φτάσαμε επιτέλους. Μη σταματήσεις τώρα, προχώρα!» «Μα δεν ξέρω πού να πάω» αποκρίθηκε ο Μαρουάν. «Σιγά μην ήξερες. Γι’ αυτό θα κάνεις ό,τι σου πω. Βλέπεις εκείνα τα κόκκινα φώτα που αναβοσβήνουν στο βάθος; Εκεί πρέπει να πάμε» του είπε, και αφού τον τσίμπησε στο λαιμό, έμεινε εκεί να τον καθοδηγεί. Ο Μαρουάν έκανε αυτό που τον πρόσταξε η αράχνη δίχως να ρωτήσει περισσότερα και διέσχισε τη λεωφόρο όπου οι περαστικοί έτρεχαν να προλάβουν κάτι που εκείνος δεν καταλάβαινε. Τον σκουντούσαν για να περάσουν, και τον κοιτούσαν περίεργα, τραβώντας το βλέμμα τους και συνεχίζοντας το δρόμο τους. Το ίδιο έκανε κι εκείνος, ακολουθώντας όχι τόσο το εξασθενημένο βλέμμα του, αλλά την όσφρησή του που του υπεδείκνυε το δρόμο για το κόκκινο φως.                                                                                                                            
Όταν πια έφτασε κάτω από την ταμπέλα που αναβόσβηνε, είδε ότι είχε φτάσει έξω από ένα υπερπολυτελές εστιατόριο, μέσα από το οποίο έβγαιναν μυρωδιές που του υπενθύμιζαν ότι ήταν νηστικός από την προηγούμενη μέρα. Κόλλησε το πρόσωπό του στη βιτρίνα, και είδε τον κόσμο μέσα, άντρες, γυναίκες, παιδιά, να γεύονται συναρπαστικά εδέσματα μέσα από χρυσές πιατέλες. Κάθε λογής νοστιμιά φιγουράριζε στα τραπέζια κάνοντας τα σάλια του Μαρουάν να τρέχουν, κι εκείνον να ξερογλείφεται. «Δίκιο είχες» απευθύνθηκε στην κίτρινη αράχνη, και σκέφτηκε ότι σε λίγο θα μπορούσε να είναι κι εκείνος σε κάποιο από τα τραπέζια και να δοκιμάζει τις νοστιμιές. «Φυσικά και είχα δίκιο, πάντα έχω» του απάντησε εκείνη ευθαρσώς. Όμως κάποιοι από τους πελάτες είχαν άλλη άποψη βλέποντας ένα ταλαιπωρημένο, ημίγυμνο, καχεκτικό παιδί να τους κοιτά από τη βιτρίνα. Ένας μεσήλικας κύριος, αναστατωμένος, κάλεσε αμέσως τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου, του έκανε μια παρατήρηση σε πολύ αυστηρό ύφος, και εκείνος αφού υποκλίθηκε εξαφανίστηκε από το οπτικό πεδίο του Μαρουάν για να εμφανιστεί πάλι μετά από μερικά δευτερόλεπτα ακριβώς μπροστά του. Όσο υποτακτικός ήταν απέναντι στον πελάτη που του φώναξε πριν, τόσο επιβλητικός φαινόταν τώρα μπροστά στον Μαρουάν. Το μαύρο, γυαλιστερό κοστούμι του κάλυπτε το ογκώδες και δυσκίνητο κορμί του, ενώ στο πρόσωπό του δέσποζε ένα παχύ μουστάκι που τον έκανε να μοιάζει με εκείνους τους θαλάσσιους ελέφαντες για τους οποίους ο Μαρουάν είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο για τα ζώα της θάλασσας στη βιβλιοθήκη του ιδρύματος. Άρπαξε τον Μαρουάν από το αυτί και τον έσυρε μακριά από τη φανταχτερή βιτρίνα. «Τι κάνεις εδώ, αλητάκο; Θέλεις να χάσω την πελατεία μου; Πως τολμάς να εμφανίζεσαι στο ρεστοράν μου και να τρομάζεις τον κόσμο! Θα πρέπει να σου δώσω ένα καλό μάθημα για να σιγουρέψω ότι δε θα εμφανιστείς ξανά εδώ, βρωμόπαιδο». Τότε έβγαλε μία μακριά, ξύλινη κουτάλα μέσα από το σακάκι του, και άρχισε να χτυπά τον Μαρουάν ο οποίος ενστικτωδώς έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι για να το προστατέψει, δεχόμενος αρκετά χτυπήματα σε όλο του το σώμα από την κουτάλα, η οποία αντί να τον ταΪσει τελικά τον γέμισε πληγές. «Να μη σε ξαναδώ εδώ γύρω, το κατάλαβες;» είπε ο εστιάτορας, κραδαίνοντας απειλητικά την κουτάλα του ενώ κόντευε να ξεριζώσει το αυτί του παιδιού από το τράβηγμα. Εκείνη τη στιγμή, η κίτρινη αράχνη γλιστρώντας από το λαιμό του παιδιού στο χέρι του μαγαζάτορα, έτριψε ευχαριστημένη τα μπροστινά της πόδια και είπε ειρωνικά στον Μαρουάν: «Δε σε χρειάζομαι πια, βρήκα καινούριο σπίτι, πολύ καλύτερο από την χαλασμένη σου κλεψύδρα!» και σκαρφάλωσε γρήγορα μέσα από το μανίκι του μαγαζάτορα στο λαιμό του έτοιμη να τον τσιμπήσει, όμως πριν προλάβει, εκείνος με μία αστραπιαία και συνάμα αναπάντεχη για τα κιλά του κίνηση του χεριού του την εξολόθρευσε σαν ένα απλό έντομο γεμίζοντας με κίτρινο υγρό ολόκληρος. Κοίταξε για λίγο το χέρι του παίρνοντας μία έκφραση αηδίας προτού το σκουπίσει στο σακάκι του. «Τσακίσου!» φώναξε στον Μαρουάν, και εκνευρισμένος γύρισε μέσα στο εστιατόριό του.     
                                                           
Το αγόρι ένιωθε όλο του το κορμί να πονάει από το ξύλο του άσπλαχνου εστιάτορα, αλλά σχεδόν τρέχοντας απομακρύνθηκε από το σημείο εκείνο για να σωθεί. Έτρεξε όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, μέχρι που έφτασε κοντά σε ένα θεόρατο κτίριο έξω από το οποίο ήταν συγκεντρωμένο μεγάλο πλήθος. Είδε καλοντυμένους ανθρώπους να βγαίνουν από τα αυτοκίνητά τους και να μπαίνουν χαμογελαστοί μέσα στην έπαυλη, στην πρόσοψη της οποίας μία μεγάλη επιγραφή κρεμόταν και εξηγούσε το λόγο της γιορτής. «14ο συμπόσιο για τα άπορα παιδιά». Είχε μείνει να παρατηρεί τον κόσμο, όταν η μπλε αράχνη άφησε τη φλογέρα της, και ανέβηκε να του ψιθυρίσει στο αυτί. «Εδώ είμαστε! Βλέπεις ότι είναι μία εκδήλωση για παιδιά σαν εσένα, οπότε το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μπεις μέσα, για να βρω κι εγώ το δρόμο μου σε αυτό το παλάτι. Άντε, τι περιμένεις λοιπόν; Πάμε!» τον πρόσταξε η αράχνη, κι εκείνος υπάκουσε. Χώθηκε μέσα στο πολύχρωμο πλήθος, την ίδια στιγμή που ο ουρανός άστραψε φωτίζοντας την πόλη, και μία ξαφνική νεροποντή ξεχύθηκε στην ανοιξιάτικη νύχτα μουσκεύοντας τον κόσμο που δεν ήταν προετοιμασμένος. Όλοι άρχισαν να σπρώχνουν ώστε να μπουν πιο γρήγορα μέσα κάτι που εκμεταλλεύτηκε ο Μαρουάν καταφέρνοντας κρυμμένος στο πλήθος να περάσει την πύλη του παλατιού και να μπει μέσα.                
  
Το μέρος ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό εσωτερικά από ό,τι ήταν έξω. Λαμπεροί πολυέλαιοι κρέμονταν επιβλητικοί από το πανύψηλο ταβάνι, ατελείωτες σκάλες ντυμένες με πορφυρόχρωμα χαλιά ανέβαιναν σε δυσθεώρητα ύψη, δεκάδες μακριά τραπέζια αριστερά και δεξιά έκαναν το μενού του εστιατορίου να μοιάζει με το συσσίτιο του ιδρύματος, ενώ μία πολυμελής ορχήστρα γέμιζε την ατμόσφαιρα μα γαλήνιες μελωδίες. «Κάπου εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας» του είπε η μπλε αράχνη ενώ πλησίαζαν σε ένα από τα αναρίθμητα τραπέζια του μπουφέ. «Μα εσείς είχατε υποσχεθεί ότι θα με βοηθήσετε» είπε παραπονεμένα ο Μαρουάν. «Σε βοηθήσαμε, ανόητε, κοίτα που σε φέραμε» του είπε πριν πηδήσει ανυπόμονα πάνω στο τραπέζι. Τότε μία φωνή ακούστηκε από πίσω. «Νάτος! Πιάστε τον!» Ο Μαρουάν, γυρίζοντας να δει ποιος ήταν αυτός που φώναξε, δεν αντιλήφθηκε τους δύο σερβιτόρους που αφού αφαιρέθηκαν με τις φωνές κι αυτοί, δεν είδε ότι ακούμπησαν τον τεράστιο δίσκο με το ψητό γουρουνόπουλο στο σημείο ακριβώς όπου είχε σταθεί η αράχνη, η οποία έντρομη είδε να την πλακώνει ο δίσκος προτού αφήσει το μπλε αποτύπωμά της ολόγυρα. Ταυτόχρονα, τέσσερις πανύψηλοι κοστουμαρισμένοι άντρες άρπαξαν τον Μαρουάν και τον μετέφεραν σηκωτό έξω από την έπαυλη όπου διεξαγόταν η ‘φιλανθρωπική’ εκδήλωση. «Πώς μπήκες μέσα, παλιόπαιδο; Θες να μας κάνεις να χάσουμε τη δουλειά μας:» του γρύλλισε μέσα από τα δόντια του ένας, ο πιο κοντός από όλους, που φαινόταν όμως να είναι ο αρχηγός τους. Ο Μαρουάν είδε τα σάλια να τρέχουν από το στόμα του θυμωμένου άντρα σα να ήταν λυσσασμένος σκύλος. Τον πέταξαν κάτω, πίσω από ένα πολύχρωμο σιντριβάνι, και τον απώθησαν από το χώρο της δεξίωσης μέσα από μία πλαϊνή πόρτα. «Ούτε να το σκεφτείς να ξαναπλησιάσεις» του είπε έξαλλος ο άνθρωπος – σκύλος χτυπώντας τον στο κεφάλι.                                                             
Ο Μαρουάν απομακρύνθηκε κουτσαίνοντας, για να βρεθεί λίγο πιο απόμερα, σε ένα μικρό εκκλησάκι που υπήρχε εκεί. Κάθισε στο έδαφος, ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο για να ξεκουράσει το πονεμένο κορμί του. Η βροχή που εξακολουθούσε να κατεβαίνει από τον ουρανό ξέπλενε τις πληγές από το αίμα αλλά ταυτόχρονα τον έκανε να ξυλιάζει από το κρύο έτσι όπως ήταν ημίγυμνος και ξυπόλητος. Μία φωνή ακουγόταν κάπου στο βάθος, αλλά το αγόρι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί ώστε να διακρίνει σε ποιον ανήκε. Η πράσινη αράχνη ξεπρόβαλλε δειλά μέσα από το μονοκυάλι προσέχοντας να μη βραχεί. «Δεν ακούς, ανόητο αγόρι; Σταμάτα να κλαις και απάντησε στο κορίτσι που σου μιλάει μήπως και καταφέρουμε τίποτα τελικά!» Ο Μαρουάν ανασήκωσε λίγο το βλέμμα του και μέσα από τα δάκρυα που είχαν αναμιχτεί με τις στάλες της βροχής είδε ένα πάρα πολύ όμορφο κορίτσι ντυμένο με ένα ολόλευκο φόρεμα να έχει σκύψει μπροστά του. «Γιατί κλαις;» τον ρώτησε με αθώο ύφος έτσι όπως στεκόταν σαν άγγελος μπροστά του. Ο Μαρουάν με δυσκολία κατάφερε να ενώσει μερικές λέξεις και με λυγμούς της απάντησε: «Πεινάω, έχω να φάω από χτες, και πονάω παντού». «Μπράβο» του ψιθύρισε η αράχνη μέσα από την κρυψώνα της με ενθουσιασμό, «συνέχισε έτσι». Το κορίτσι κρατούσε ένα γλειφιτζούρι, το οποίο και πρόσφερε στον Μαρουάν. «Δεν έχω κάτι άλλο να σου δώσω, αλλά άμα πεινάς μπορείς να το πάρεις». Ο Μαρουάν δεν πίστευε ότι μετά από όλα όσα είχε περάσει βρέθηκε κάποιος να του φερθεί με τόση καλοσύνη και άπλωσε το χέρι του να πάρει το γλειφιτζούρι ευχαριστώντας το νεαρό κορίτσι. Με το άλλο χέρι σκούπιζε τα δάκρυα και τη βροχή από το πρόσωπό του. Η αράχνη σύρθηκε στο βραχίονά του και ανέβηκε στο γλειφιτζούρι λέγοντας: «Επιτέλους θα σε ξεφορτωθώ! Δε σε άντεχα άλλο». Τι ήταν να το πει όμως. Εκείνη την ώρα βγήκε από την εκκλησία η μητέρα του κοριτσιού και άρχισε να φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση. «Άναμπελ! Άναμπελ! Τι κάνεις έξω στη βροχή χωρίς ομπρέλα; Θες να κρυώσεις; Και ποιος είναι αυτός; Σου έχω πει να μη μιλάς σε ζητιάνους!» Η εικόνα του Μαρουάν, εξαθλιωμένου και ταλαιπωρημένου, πράγματι παρέπεμπε σε ζητιάνο, αλλά το αγόρι ένιωσε τόσο άσχημα από αυτή την προσβολή που ξέχασε την πείνα του και άφησε το γλειφιτζούρι να του πέσει από τα χέρια. Η μητέρα της Άναμπελ είδε την αράχνη πάνω στο πεσμένο γλύκισμα και βγάζοντας μία εκκωφαντική κραυγή ύψωσε το πόδι της και το προσγείωσε πάνω στην αράχνη, κάνοντάς την κάτω από τη σόλα της ένα με τη λιχουδιά που επιθυμούσε. Κοιτώντας το πράσινο υγρό που γέμισε το παπούτσι της, άρπαξε την κόρη της από το χέρι, άνοιξε την ομπρέλα της και απομακρύνθηκε συνεχίζοντας το κήρυγμα.                                             

Ο Μαρουάν ένιωθε τόσο εξαντλημένος από όλες τις κακουχίες, την πείνα, την κακία των ανθρώπων, που αποφάσισε να φύγει από την πόλη μια για πάντα. Άρχισε να τρέχει με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει κλαίγοντας απαρηγόρητος, μέχρι που κάποια στιγμή πονούσε τόσο πολύ που σταμάτησε λαχανιασμένος. Τότε είδε μπροστά του ένα δέντρο πιο μεγάλο κι από τα πιο μεγάλα δέντρα που είχε δει ποτέ στο δάσος του. Αχ! Το δάσος του σκέφτηκε. Μόλις χάραζε ο ήλιος θα κινούσε για εκεί, να βρει καταφύγιο στα γιγάντια δέντρα και τα ανέμελα ζώα που ποτέ δεν τον είχαν πληγώσει. Θα έμενε λίγο να ξεκουραστεί πρώτα σε αυτό το υπερμέγεθες δέντρο ώστε να είναι καλύτερα στο μεγάλο ταξίδι της επιστροφής. Κάθισε στο έδαφος ακουμπώντας την πλάτη του στον τεράστιο κορμό που για να κάνεις το γύρο του θα χρειαζόσουν τουλάχιστον ένα λεπτό. Ο ύπνος τον τύλιξε στην αγκαλιά του με αυτές τις όμορφες σκέψεις. Το πρωί όταν ξύπνησε με την ανατολή όλα έμοιαζαν τόσο διαφορετικά. Ο πόνος είχε εξαφανιστεί, και οι πληγές δεν τον ενοχλούσαν πια. Κοίταξε τον ηλιόλουστο ουρανό και αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμη εκεί να χουζουρέψει πριν ξεκινήσει για το δάσος.

 Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε για να ξανακοιμηθεί, όταν αισθάνθηκε κάτι να τον χτυπάει στο κεφάλι. Άνοιξε τα μάτια αλλά δεν είδε κανέναν τριγύρω. Κοίταξε αριστερά, δεξιά, τίποτα. Πάλι όμως κάτι αισθάνθηκε να τον χτυπά στο κεφάλι του, και αυτό τελικά δεν ήταν άλλο παρά ένας περίεργος καρπός που έπεσε από το δέντρο. Είχε το μέγεθος καρυδιού, αλλά ήταν μαλακός και δίχως τσόφλι. Τον έβαλε στο στόμα του και η ντελικάτη γεύση τον έκανε να χαμογελάσει. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά, και είδε την πυκνή φυλλωσιά που ξεκινούσε μερικά μέτρα πάνω του. Προφανώς από εκεί έπεφταν οι καρποί σκέφτηκε. Τότε είδε ένα χέρι να ξεπροβάλλει από τη φυλλωσιά, και να εκτοξεύει άλλον έναν καρπό προς το μέρος του. Αφού τον έφαγε και αυτόν λαίμαργα, σηκώθηκε και κοίταξε πάλι ψηλά για να δει ποιος βρισκόταν εκεί. Ένα πρόσωπο βγήκε μέσα από τα κλαδιά και τα φύλλα, ένα πανέμορφο κοριτσίστικο πρόσωπο που του χαμογελούσε γλυκά και παιχνιδιάρικα. «Άντε, τι θα γίνει, θα έρθεις μαζί μας;» του αποκρίθηκε το κορίτσι. «Πού να έρθω;» είπε ο Μαρουάν που ακόμη μασούσε τον καρπό. «Μα εδώ πάνω, μαζί μας φυσικά!» είπε το κορίτσι που βρισκόταν αρκετά μέτρα πάνω από το έδαφος. Ο Μαρουάν κοίταξε τον κορμό και σκέφτηκε πως θα μπορούσε να σκαρφαλώσει, όταν είδε ένα σκοινί να κατεβαίνει. «Πιάσου από αυτό να σε τραβήξουμε!» του είπε χαμογελαστά το κορίτσι, ενώ δίπλα της ξεφύτρωσαν άλλα δύο εύθυμα πρόσωπα, αγορίστικα τούτη τη φορά. Ο Μαρουάν έπιασε το σκοινί και τα παιδιά πράγματι τον τράβηξαν πάνω. «Πρόσεχε το κεφάλι σου!» του φώναξαν την ώρα που περνούσε μέσα από τη φυλλωσιά, κι εκείνος κάλυψε με τα χέρια του το πρόσωπό του για να μη γρατζουνιστεί. Δεν περίμενε ότι αυτή η ανάβαση θα κρατούσε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα, όμως το δέντρο αποδείχτηκε τελικά πολύ ψηλό. Κάποια στιγμή, κι αφού είχε περάσει περίπου ένα λεπτό γρήγορης ανάβασης, τα φύλλα και τα κλαδιά αραίωσαν, και ο Μαρουάν έμεινε άναυδος να κοιτά τη μαγική εικόνα της οποίας αποτελούσε πλέον μέρος. Μέσα στο δέντρο  -ποιος να το πίστευε- υπήρχε ένα τεράστιο ξέφωτο στο οποίο δεκάδες παιδιά έτρεχαν, έπαιζαν, φώναζαν, τραγουδούσαν, μα μόλις είδαν το νέο επισκέπτη τους σταμάτησαν όλα ότι κι αν έκαναν, γύρισαν προς το μέρος του κι άρχισαν να τον χειροκροτούν. Ο Μαρουάν σαστισμένος τα κοιτούσε να του γελάνε μέσα σε μία πανδαισία χρωμάτων που πλημμύριζε το ξέφωτο και οφειλόταν στο ουράνιο τόξο που το σκέπαζε. Ήταν κάτι παραμυθένιο όλο αυτό, και ο Μαρουάν ούτε στα όνειρά του δεν είχε σκεφτεί μία εικόνα τόσο όμορφη. Κάποια από τα παιδιά έτρεξαν προς το μέρος του, τον σήκωσαν από το έδαφος και τον πήραν στα χέρια ζητωκραυγάζοντας το όνομά του ενώ τον περιέφεραν θριαμβευτικά. Δάκρυα χαράς κύλησαν στα μάγουλά του. Είχε ξεχάσει παντελώς κάθε ασχήμια και πόνο που είχε συναντήσει μέχρι τώρα. Τον άφησαν κάτω, και χωρίς να καταλάβει πως, βρέθηκε να φορά καινούρια ρούχα, ενώ και οι πληγές του είχαν πια εξαφανιστεί χωρίς να του αφήσουν ούτε σημάδια ούτε πόνο. Το κορίτσι που του πετούσε τους καρπούς εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του, τον έπιασε από το χέρι και λέγοντάς του «Σίγουρα θα πεινάς!» τον οδήγησε μπροστά σε έναν μπουφέ που περιελάμβανε τόσα πολλά φρούτα, φαγητά και κάθε λογής εδέσματα, απίθανα σε εμφάνιση και ακόμη πιο μαγευτικά σε γεύση όπως διαπίστωσε ο Μαρουάν δοκιμάζοντας λίγο από το καθένα. Αυτή η παραζάλη ήταν ό,τι πιο υπέροχο του είχε συμβεί ποτέ σκέφτηκε, και αφού χόρτασε, πιάστηκε χέρι με χέρι με τα υπόλοιπα παιδιά συνοδεύοντας τα στο τραγούδι και τον κυκλικό, μεθυστικό χορό τους. Είχε βρει πλέον τον προορισμό του, το μέρος στο οποίο θα μπορούσε να ζει ευτυχισμένος τις μέρες και τις νύχτες του.


No comments:

Post a Comment