Sunday, March 17, 2013

Κύριος Χ - Το Παραμύθι



Κύριος Χ

Τ Ο  Π Α Ρ Α Μ Υ Θ Ι

Η μικρή Χριστίνα είχε κολλήσει το πρόσωπό της στο παράθυρο γεμάτη ανυπομονησία. Η αγαπημένη της μέρα του χρόνου είχε φτάσει και φέτος. Ο λατρεμένος της παππούς θα έφτανε από στιγμή σε στιγμή, και όπως κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς, θα μάζευε όλα τα εγγόνια του δίπλα στο τζάκι, για να τους αφηγηθεί ένα από τα παραμύθια του, όπως μόνο εκείνος ήξερε να λέει. Το χιόνι είχε αρχίσει εδώ και ώρα να στολίζει τα δέντρα έξω από το σπίτι της, όταν η φιγούρα του παππού της πρόβαλλε στην είσοδο. ‘Ήρθε! Ήρθε!’ φώναξε η Χριστίνα, και όλα τα εγγόνια έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν. Δεν τον άφησαν παρά μόνο να πάρει μια ανάσα από το μακρύ ταξίδι του, και πήραν θέση για να ακούσουν το καινούριο του παραμύθι. ‘Απόψε θα σας πω μια ιστορία για το πώς η αγάπη κατάφερε να σώσει μια ολόκληρη πολιτεία από την καταστροφή, πριν από πολλά χρόνια.


Μια φορά κι έναν καιρό, στην πολιτεία αυτή, ζούσε μία πριγκίπισσα, φυλακισμένη στο πιο ψηλό σημείο ενός πύργου χιλίων μέτρων ύψους. Έμενε σε ένα τεράστιο δωμάτιο, που είχε όλες τις ανέσεις και τις πολυτέλειες. Χρυσός και ασήμι που γέμιζε το μάτι, ταπετσαρίες και χαλιά που θύμιζαν παλάτι. Και ήταν πράγματι παλάτι, μιας και αυτός που την κρατούσε φυλακισμένη ήταν ο ίδιος ο πατέρας της, ο μεγάλος βασιλιάς. Η αιτία για αυτό ήταν η μητέρα της, η οποία κατηγορήθηκε για έσχατη προδοσία, αμέσως μετά τη γέννηση της κόρης της. Μια μάγισσα που ζούσε έξω από το βασίλειο, ενημέρωσε το βασιλιά πως η σύζυγός του ετοιμαζόταν να τον σκοτώσει και να αναλάβει η ίδια τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Του έδειξε μάλιστα, μέσα από την κρυστάλλινη σφαίρα της, μια εικόνα από το μέλλον, όπου ο ίδιος ήταν ξαπλωμένος αιμόφυρτος σε μία έρημο, πείθοντας τον ότι λέει την αλήθεια. Ο βασιλιάς, που υπεραγαπούσε τη γυναίκα του, ένιωσε προδομένος, και έχασε το μυαλό του. Αποφάσισε να εξορίσει τη βασίλισσα, παρά τις ικεσίες εκείνης να τον πιστέψει. Θεώρησε όσα του έλεγε ψέματα, και ακολούθησε τη συμβουλή της μάγισσας, που τον έπεισε ότι η αγάπη μόνο πόνο προκαλεί, και ότι αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να μην επιτρέψει να συμβεί ξανά αυτό. Έτσι, ακολούθησε πιστά το σχέδιο της για να επαναφέρει την τάξη τόσο στο βασίλειο του, όσο και στο μυαλό του. Απαγόρεψε λοιπόν την αγάπη! Ανάγκασε κάθε κάτοικο, να φοράει από μία μάσκα που κατασκεύασε η μάγισσα. Οι μάσκες αυτές, απεικόνιζαν δαιμονικές μορφές, ώστε να αποτρέπουν τους κατοίκους να ερωτευθούν και να αγαπήσουν ο ένας τον άλλο. Όποιος συλλαμβανόταν να έχει βγάλει τη μάσκα του σε κοινή θέα, είχε να υποστεί μεγάλη τιμωρία. Η μάγισσα φρόντιζε, ώστε η μάσκα αυτού που την έβγαλε να απελευθερώσει το δαίμονα που έκρυβε, και αυτός να μετενσαρκωθεί στον κάτοχο της μάσκας, πιστός στρατιώτης πλέον της μάγισσας. Έτσι η μάγισσα, απέκτησε έναν ισχυρό στρατό, μιας και τον πρώτο καιρό αρκετοί ήταν αυτοί που δε συμμορφώθηκαν στις διαταγές. Μετά από λίγο όμως, κανείς δεν τολμούσε να αποχωριστεί τη μάσκα του, όταν βρίσκονταν και άλλοι κοντά. Κανείς λοιπόν δεν ερωτευόταν πια σε αυτή την πολιτεία, και όλοι κοιτούσαν να κάνουν τη δουλειά τους σωστά, προσφέροντας ευημερία για τα επόμενα χρόνια.

Ο ίδιος ο βασιλιάς φορούσε μια μάσκα από χρυσάφι, που απεικόνιζε έναν αρχαίο, πανίσχυρο, δαιμονικό θεό, που προκαλούσε το δέος στους υπόλοιπους με την τρομακτική του μορφή. Έβαλε λοιπόν τους υπηκόους του να χτίσουν έναν θεόρατο πύργο μέσα στο παλάτι, για να φυλακίσει εκεί την κόρη του. Μόνη συντροφιά, είχε τη δασκάλα της, που μια φορά την εβδομάδα την επισκεπτόταν για να τη διδάξει. Δεν της έλειπε τίποτα, μια και τα πάντα την περίμεναν στον προθάλαμο του δωματίου της, από μασκοφόρους υπηρέτες. Αποκομμένη, λοιπόν, από τον υπόλοιπο κόσμο, περνούσε τον περισσότερο χρόνο της κάνοντας βόλτες στις απέραντες εκτάσεις γύρω από μια τεχνητή λίμνη που είχε κατασκευάσει ο πατέρας της, υπήρχαν πολλά και ψηλά δέντρα, που έφταναν μέχρι την άκρη της βεράντας της. Εκεί, δηλαδή που δεν είχε φτάσει ποτέ η πριγκίπισσα Έθεριλ. Αρκούνταν στο να περιδιαβαίνει τους κήπους, και να μοιράζεται τη μοναξιά της με τα δέντρα, τα φυτά και τα παράξενα πουλιά που τολμούσαν να πετάξουν σε αυτό το ύψος.

Όμως υπήρχαν σχέδια για τη Έθεριλ, γραμμένα από τη μοίρα, που η ίδια αγνοούσε. Η μάγισσα φθονούσε την πριγκίπισσα, γιατί παρά την απαγόρευση κάθε μορφής αγάπης που είχε επιβάλει μέσω του βασιλιά σε όλη την πολιτεία, διέκρινε ψήγματά της στη συμπεριφορά εκείνου προς την κόρη του. Έτσι επινόησε ένα νέο σχέδιο. Ενημέρωσε τον βασιλιά πως μία κατάρα πλανάται πάνω από το βασίλειό του, πως ένα τέρας από τα βάθη των αιώνων θα καταστρέψει όλη την πολιτεία αφανίζοντας τους κατοίκους της. Ο μόνος τρόπος να αποτρέψει κάτι τέτοιο, είναι να προσφέρει στο τέρας την κόρη του ως αντάλλαγμα, σώζοντας έτσι το βασίλειό του. Ο βασιλιάς έπεσε σε βαθιά μελαγχολία, αλλά είχε τυφλή εμπιστοσύνη στη μάγισσα, και ήξερε ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Το μόνο που έκανε ήταν να αναθέσει σε έναν ταλαντούχο ζωγράφο που ζούσε απομονωμένος στα σύνορα του βασιλείου, τον Ρέμελ, να δημιουργήσει ένα τεραστίων διαστάσεων πορτρέτο της μοναχοκόρης του, ώστε να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη εκείνης που θα θυσιαζόταν εν αγνοία της για το καλό των υπόλοιπων ανθρώπων.

Ο Ρέμελ δέχθηκε και συμφώνησε να ξεκινήσει το πορτρέτο της Έθεριλ. Κάθε πρωί, και για δύο ώρες, μέχρι να χαράξει ο ήλιος, θα πήγαινε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας, την ώρα που εκείνη κοιμόταν χωρίς τη μάσκα της. Είχε περιθώριο εικοσιοχτώ μέρες να τελειώσει. Όμως, στην πρώτη του επίσκεψη, συνέβη το αναπάντεχο, όσο και αναπόφευκτο. Ο Ρέμελ ερωτεύτηκε την Έθεριλ! Γοητεύτηκε αμέσως από τα υπέροχα χαρακτηριστικά του προσώπου της, την αγγελική ηρεμία που τη διέκρινε όσο κοιμόταν, τα μακριά μαλλιά της που πλημμύριζαν το κρεβάτι της, την παρθενική του συνάντηση με ένα αληθινά γυναικείο πρόσωπο απαλλαγμένο από τις εφιαλτικές μάσκες που τυραννούσαν για χρόνια το μυαλό του. Κάθε πρωί απεικόνιζε με ευλάβεια αυτά τα υπέροχα χαρακτηριστικά, και την υπόλοιπη μέρα την περνούσε σκεπτόμενος όλα όσα θα ήθελε να ζήσει δίπλα σε αυτό το ονειρικό πλάσμα.

Οι μέρες κυλούσαν όμως, και είχε μείνει μια εβδομάδα για τη θυσία. Καθυστερούσε εσκεμμένα να ολοκληρώσει το πορτρέτο, για να κλέψει λίγες παραπάνω στιγμές κοντά στην αγαπημένη του, η οποία δυστυχώς αγνοούσε την ύπαρξή του. Τότε αποφάσισε να ρισκάρει, και να απευθυνθεί στη μόνη που ίσως μπορούσε να τον βοηθήσει. Τη Βαρόνη του Ψεύδους. Μία μάγισσα που είχε εξοριστεί δια παντός από το βασίλειο, γιατί τα ψέματά της ήταν η αιτία που πριν από πολλά χρόνια κόντεψαν να καταστρέψουν την ειρήνη και την ευημερία του βασιλείου. Διάφοροι μύθοι κυκλοφορούσαν για τις δυνάμεις της και τον τρόπο που τα ψέματά της μπορούσαν να βλάψουν όποιον την πλησίαζε. Ο Ρέμελ όμως, ένιωθε απελπισμένος. Οι μέρες που η λατρεμένη του πριγκίπισσα θα βρισκόταν κοντά του, πλησίαζαν στο τέλος τους. Περιπλανήθηκε λοιπόν για πολλές ώρες στο σκοτεινό δάσος που περικύκλωνε την μεγάλη πολιτεία, μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μία σπηλιά, την είσοδο της οποίας έφραζε ένα παράξενο δέντρο, που έμοιαζε να είναι φυτεμένο ανάποδα. Τα κλαδιά του χωμένα στο έδαφος, και οι ρίζες του να κραδαίνουν απειλητικά προς τον ουρανό. Παρά το φόβο που του προκαλούσε αυτή η αποκρουστική εικόνα, φώναξε με όλη του τη δύναμη τη Βαρόνη του Ψεύδους να του φανερωθεί. Αντί αυτού όμως, άκουσε μία απόκοσμη, γυναικεία φωνή να του λέει πως πρέπει να φύγει, πριν μεγάλες συμφορές τον βρουν. Ο Ρέμελ επέμεινε, και έπεισε τη Βαρόνη να τον ακούσει, αν και εκείνη φαινόταν να γνώριζε όλα όσα ήθελε να της πει. Ζήτησε λοιπόν τη βοήθειά της, για να σώσει την αγαπημένη του.

‘Πάει πολύς καιρός από τότε που με επισκέφθηκε κάποιος κάτοικος του βασιλείου. Και ούτε τώρα είναι για καλό’ ακούστηκε η φωνή μέσα από τη σπηλιά. ‘Μπορώ να σου προσφέρω τη βοήθειά μου, δεν ξέρω όμως εάν είσαι έτοιμος να τη δεχτείς’ συνέχισε η μάγισσα. ‘Θα κάνω ότι χρειαστεί για να τη σώσω’ αποκρίθηκε ο νεαρός ζωγράφος. ‘Κι αυτό δεν είναι αρκετό.. Θαυμάζω, όμως, το θάρρος σου. Έχεις άγνοια του τι αντιμετωπίζεις, αλλά θέλεις να προχωρήσεις. Θα πρέπει να κάνεις ακριβώς ό,τι σου πω. Στην κορυφή του δέντρου που στέκει ανάμεσά μας, θα βρεις να κείτεται ένα πουλί. Δεν είναι νεκρό - όπως ίσως νομίσεις. Θα πιάσεις σφιχτά το ράμφος του για να μη σου επιτεθεί, και θα ξεριζώσεις τα φτερά του. Έπειτα θα τα ακουμπήσεις στην πλάτη σου, και αυτά θα προσκολληθούν επάνω σου’. Με αυτά θα μπορέσεις να πετάξεις έως το πιο ψηλό σημείο του πύργου, τη βεράντα της πριγκίπισσας, χωρίς να περάσεις από τους φρουρούς που φυλάνε την κυρίως είσοδο. Κάνε όπως σου είπα, και θα έχεις την ευκαιρία να συναντήσεις την αγαπημένη σου χωρίς να αντιληφθεί κανείς ότι δε φοράτε μάσκες.’

Στη σκέψη αυτή ο Ρέμελ πήρε τόση δύναμη, ώστε να σκαρφαλώσει στο παράξενο, εφιαλτικό δέντρο χωρίς φόβο, και να μη σταματήσει ούτε στην αποκρουστική θέα του τερατόμορφου και θεόρατου συνάμα πουλιού που αντίκρισε στην κορυφή, και που όσο κι αν αντιστάθηκε δεν κατάφερε να σώσει τα φτερά του. Όπως τα κρατούσε, έφερε στο νου του την εικόνα της πρώτης, απαλλαγμένης από μάσκες συνάντηση, όταν θα είχαν επιτέλους την ευκαιρία να κοιταχτούν κατάματα, και παρά το ανεξήγητο βάρος που τον διακατείχε, ένιωσε τη μαγεία του έρωτα να τον οπλίζει με αποφασιστικότητα. Φόρεσε λοιπόν τα φτερά όπως του είπε η μάγισσα, κι εκείνη τη στιγμή τον κυρίευσε η απελπισία! Ναι μεν ένοιωσε το σώμα του έτοιμο να πετάξει στα πιο αιθέρια ύψη, όμως ταυτόχρονα τα μάτια του σφραγίστηκαν μέσα σε ανείπωτο πόνο, σαν κάποιος να τα έραψε και να τον άφησε στο σκοτάδι! Ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη, και χάνοντας την ισορροπία του έπεσε άτσαλα από το δέντρο, μπροστά στη σπηλιά!

‘Μάγισσα!’ βροντοφώναξε.. ‘Ψεύτρα μάγισσα! Τι μου έκανες;!’ ‘Σε έφερα πιο κοντά σε αυτό που επιθυμείς.. Στο να πετάξεις κοντά σε εκείνη που αγαπάς’ του απάντησε η μάγισσα.. ‘Τρισάθλια ψεύτρα! Γιατί; Γιατί μου στέρησες την όραση; Γιατί δε μου είπες τίποτα για αυτό το τίμημα που πρέπει να πληρώσω;’ ‘Μάλλον έπρεπε να δικαιολογήσω τον τίτλο μου, δε νομίζεις; Άλλωστε, αν σου είχα πει ακριβώς τι θα συμβεί, πιθανολογώ πως δεν θα το τολμούσες. Τώρα δε θα μπορείς να δεις την αντίδρασή της, θα μπορείς όμως να αισθανθείς όλα τα υπόλοιπα που έχεις στερηθεί. Όσο για την όρασή σου, αυτή θα επανέλθει μόνο εάν η πριγκίπισσά σου, σε δεχτεί για αιώνιο σύντροφό της, χωρίς να της αποκαλύψεις τι μοίρα την περιμένει. Μόνο τότε θα ξεσφραγίσουν τα μάτια σου, και θα αποκολλήσουν τα φτερά σου. Φύγε τώρα.. Δε σου μένει πολύς χρόνος για να καταφέρεις όλα αυτά. Κι εγώ έχω ένα φίλο, το μοναδικό μου φίλο να φροντίσω. Θυσίασα τα φτερά του για σένα..’

Ο Ρέμελ, μπερδεμένος από όσα του είχαν συμβεί, ξεκίνησε να τρέχει, να γυρίσει πίσω, έστω στα τυφλά. Αναρωτιόταν αν είχε πράξει σωστά που απευθύνθηκε στην Βαρόνη του Ψεύδους, που σίγουρα ήξερε να δικαιολογεί το όνομά της. Όπως έτρεχε, ένιωσε τα φτερά που πλέον κουβαλούσε στην πλάτη του να ανοίγουν, και να του δίνουν μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας! Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, είχε απογειωθεί στον ουρανό, και ναι, πετούσε! Κι όσο κι αν ο ίδιος δεν έβλεπε, τα φτερά τον καθοδηγούσαν πίσω στο βασίλειο με σιγουριά, γι’ αυτό ήταν βέβαιος! Σα να είχαν δική τους βούληση, που ταυτιζόταν με όσα εκείνος σκεφτόταν. ‘Τουλάχιστον είχε δίκιο’ σκεφτόταν.. ‘Τώρα θα μπορέσω να φτάσω στη βεράντα της Έθεριλ χωρίς να με αντιληφθεί κανείς.’ Γιατί ήταν σίγουρο, ότι δε θα μπορούσε να διαβεί την πύλη του παλατιού με αυτή την εμφάνιση, και χωρίς τη μάσκα του που ξέμεινε πάνω σε εκείνο το δέντρο δίχως να τον συλλάβουν. Θα είχε όμως την ευκαιρία να συναντήσει την αγαπημένη του, χωρίς εκείνη να κοιμάται όπως όταν τη ζωγράφιζε. Αυτή η σκέψη, τον γέμισε χαρά και θάρρος, παρόλο που δεν είχε ιδέα τι θα της έλεγε όταν θα βρισκόταν κοντά της.

Την ίδια ώρα η πριγκίπισσα Έθεριλ καθόταν δίπλα στη λίμνη, και συλλογιζόταν πως θα ήταν η ζωή της εάν ίσχυαν όσα είχε διαβάσει σε εκείνο το απαγορευμένο βιβλίο που της είχε δώσει η δασκάλα της, για το οποίο τη συμβούλευσε να μη μιλήσει ποτέ σε κανέναν, ούτε στην ίδια. Το μόνο που μπορούσε να κάνει λοιπόν, ήταν να σκέφτεται και να ονειρεύεται εκείνον τον πρίγκιπα που περιέγραφε το βιβλίο, τον πρίγκιπα που έσωσε την αγαπημένη του από τέρατα και δράκους για να ζήσουν αιώνια μαζί. ‘Τι ανόητη που είμαι’ μονολόγησε.. ‘Πως είναι δυνατόν να πιστεύω σε τέτοιες ιστορίες που ούτε τότε δεν πίστευαν.’ Σα να είχε ανοίξει διάλογο με μία λεύκα που έστεκε αγέρωχη και έριχνε τη σκιά της στη λίμνη, και ενώ ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Τότε όμως, ένας δυνατός άνεμος διέκοψε τη σκέψη της όπως έφερε την πλούσια κόμη της μπροστά στο μελαγχολικό της πρόσωπο. Όταν μετά από λίγο ο αέρας καταλάγιασε, η Έθεριλ είδε κάτι που ποτέ δεν είχε ξαναδεί. Στην άλλη άκρη της λίμνης, ανάμεσα στα τελευταία δέντρα που στέκονταν πάνω από το κενό, είδε μια περίεργη μορφή, σαν ανθρώπινη. Ποτέ δεν είχε δει κάποιον εκεί, και άλλωστε για να φτάσει κάποιος εκεί θα έπρεπε να περάσει από δίπλα της. ‘Μα πως..’ αναρωτήθηκε.. Το φόβο που άρχισε να την κυριεύει όμως, κατανίκησε η περιέργεια, κι έτσι κίνησε προς το μέρος αυτού του αναπάντεχου και περίεργου συνάμα επισκέπτη. Όταν όμως έφτασε αρκετά κοντά ώστε να διακρίνει αχνά το περίγραμμά του, εκείνος χάθηκε πίσω από τα δέντρα. ‘Μη! Περίμενε!’ φώναξε η Έθεριλ και άρχισε να τρέχει.

Ήταν όμως αργά. Όταν έφτασε στην άκρη της βεράντας-φυλακής της, ο ξένος δεν υπήρχε εκεί. Αισθάνθηκε την απελπισία της μοναξιάς πιο δυνατή από κάθε άλλη φορά. Πλέον το μυαλό της έκανε παιχνίδια με την προσμονή της να συναντήσει κάποιον με τον οποίο θα μπορούσε να συνομιλήσει. Εκείνη τη στιγμή, άκουσε να έρχεται από το κενό ένας περίεργος θόρυβος. Κοντοστάθηκε για λίγο στην άκρη του γκρεμού, εκεί όπου δεν είχε φτάσει ποτέ, και έστρεψε γεμάτη φόβο το βλέμμα της κάτω. Η εικόνα που είδε εκεί, ήταν πιο όμορφη και από τα πιο γλυκά της όνειρα. Ένας άγγελος, σαν αυτούς που είχε διαβάσει σε εκείνο το απαγορευμένο παραμύθι, ήταν ακριβώς μπροστά της, ισορροπούσε στο ατέρμονο κενό με τα δυνατά, ολόμαυρα φτερά του, και εκτός αυτού, το σκυμμένο του πρόσωπο  δεν το κάλυπτε κάποια από εκείνες τις καταραμένες μάσκες!

‘Ποιος είσαι εσύ που με επισκέπτεσαι εδώ, σε αυτό το κελί της μοναξιάς, και διάλεξες το δύσκολο δρόμο των ουρανών για να με βρεις? Είσαι άγγελος?’ ρώτησε προσπαθώντας να κρύψει την έκπληξή της η Έθεριλ. ‘Δεν ξέρω αν είμαι άγγελος πριγκήπισσά μου. Άλλωστε, τέτοιες λέξεις χαρακτηρίζουν πλάσματα υπέροχης και μοναδικής ομορφιας σαν εσάς’ αποκρίθηκε ο ιπτάμενος επισκέπτης. ‘Μα πως ξέρεις εσύ για την ομορφιά μου? Σε αυτόν τον κόσμο όλοι κυκλοφορούμε με μάσκες’ είπε. ‘Κι εσύ δε στρέφεις καν το κεφάλι σου να με κοιτάξεις.’ ‘Συγχωρήστε με, μα δεν ήθελα να σας τρομάξω δεσποσύνη. Και ίσως το πρόσωπό μου να σας προκαλέσει αποστροφή.’ απάντησε ο περίεργος ξένος, καταφέρνοντας να εξάψει κι άλλο τη φαντασία της πριγκήπισσας. ‘Έλα κοντά μου, και μην ανησυχείς για μένα. Η παρουσία σου μόνο ευχάριστη μπορεί να θεωρηθεί σε αυτή την απομονωμένη φυλακή’ τον προέτρεψε. ‘Να ξέρεις όμως ότι δεν είναι ευγενικό να μη με κοιτάζεις στα μάτια όταν σου απευθύνω το λόγο’ είπε, και η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την αγωνία. Και τότε, πράγματι, ο άγνωστος που τάραξε την πληκτική ζωή της Έθεριλ, ήρθε δίπλα της, κατέβασε τα φτερά του, κι έπειτα από μία υπόκλιση, της επέτρεψε να δει το πρόσωπό του. ‘Το όνομά μου είναι Ρέμελ’ Η καρδιά της χτύπησε δυνατά όσο ποτέ πριν αντικρίζοντας τον. Δεν είχε ποτέ της δει ανθρώπινο πρόσωπο εκτός από το δικό της, και η εικόνα αυτή την μάγεψε. Τότε πρόσεξε και το πιο περίεργο. Τα μάτια του τα κρατούσαν κλειστά μαύρες κλωστές, μα αυτό δεν ήταν ικανό να καταστρέψει αυτό που ένιωσε για εκείνον. Τον προσκάλεσε να καθίσει μαζί της πίσω από μια συστοιχία από λεύκες για να μην τους δει κανείς, κι έμειναν εκεί μέχρι η Έθεριλ να επιστρέψει για βραδινό. Του ζήτησε να την επισκεφθεί ξανά την επόμενη μέρα, κάτι που συνέβη ξανά και ξανά, μιας και οι δύο νέοι μοιράζονταν την ίδια φλόγα για τη ζωή, και ο έρωτας που ζούσαν, έστω και κρυφά από όλους, τους επέτρεπε να ονειρεύονται ότι όλα μπορούν να αλλάξουν, να γίνουν πιο όμορφα.

Όμως η μοίρα τους είχε άλλα σχέδια για αυτούς. Ο βασιλιάς δεν έχασε καθόλου χρόνο, και ανέθεσε σε άλλο ζωγράφο να τελειώσει το πορτρέτο της κόρης του, και ταυτόχρονα, ζήτησε το κεφάλι του Ρέμελ που θεωρήθηκε προδότης. Οι μέρες για τη θυσία στον αρχαίο δαίμονα της μάγισσας πέρασαν, και πλησίαζε το απόγευμα που η Έθεριλ θα παραδινόταν στις φλόγες όπως όριζε το τελετουργικό. Ο Ρέμελ δεν μπορούσε να αποκαλύψει στην αγάπη του τη μοίρα που της επεφύλασσαν και φτερούγισε προς τη σπηλιά της Βαρόνης του Ψεύδους για να ζητήσει άλλη μια φορά τη βοήθειά της. Όταν έφτασε όμως εκεί, μια μεγάλη έκπληξη τον περίμενε. Το δέντρο που έφραζε την είσοδο της σπηλιάς είχε τυλιχτεί στις φλόγες, και μπροστά του, βρισκόταν ξαπλωμένη αιμόφυρτη, μια νεαρή γυναίκα, που τα όμορφα χαρακτηριστικά της καλύπτονταν από ένα πέπλο εξάντλησης και απελπισίας.

‘Ποια είσαι εσύ;’ ρώτησε ο Ρέμελ σπεύδοντας να τη βοηθήσει. ‘Εγώ είμαι αυτή που σου χάρισε αυτά τα φτερά’ αποκαλύφθηκε η Βαρόνη. ‘Μα.. τι συνέβη;’ ρώτησε απορημένος εκείνος. ‘Η δική μου ώρα έφτασε. Η αδερφή μου, φρόντισε να με αποτελειώσει πριν της χαλάσω τα σχέδιά της για το βασιλιά και την κόρη μου. Έστειλε τους δαίμονές της να με ξεκάνουν. Δεν της αρκούσε που με έδιωξε από το βασίλειο μόλις γέννησα τη Έθεριλ, που με κράτησε σε αυτή τη φυλακή μακριά από τον άνδρα μου και την κόρη μου, και που σπίλωσε το όνομά μου με όλα αυτά τα ψεύδη, τώρα μου πήρε την ίδια τη ζωή. Η ελπίδα μου είσαι εσύ τώρα Ρέμελ. Τρέξε στο παλάτι, και διεκδίκησε τη Έθεριλ, γλύτωσε την ψυχή της, και χάρισε μου λύτρωση όπως θα κοιτώ από ψηλά.. Τρέξε!!’ φώναξε η γυναίκα ξεψυχώντας στην αγκαλιά του, αφήνοντας τον να προσπαθεί να ξεδιαλύνει τις μπερδεμένες σκέψεις του. Η μάγισσα του παλατιού λοιπόν είναι η αυθεντική Βαρόνη του Ψεύδους, αυτή ευθύνεται για όλη τη δυστυχία που βασιλεύει στην πλούσια πολιτεία. Έδιωξε και σκότωσε την ίδια της την αδερφή, παραπλάνησε το βασιλιά και όλους τους υπόλοιπους κατοίκους γεμίζοντας με φόβο τις ψυχές τους, και τώρα ετοιμαζόταν να θυσιάσει τη γυναίκα που αγαπά, με πρόσχημα κάποιο ψεύτικο τέρας.

Πριν όμως προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του, ένας δυνατός θόρυβος τον διέκοψε. Γύρισε το κεφάλι του στον ουρανό, και αν μπορούσε, θα έβλεπε ένα σμήνος από τερατόμορφα πουλιά με σώμα αετού και κεφάλι γουρουνιού να έρχονται κατά πάνω του! Αντιλήφθηκε τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε, και χωρίς να χάσει χρόνο, άνοιξε διάπλατα τα φτερά του και πέταξε για να τα αποφύγει. Όμως το κυνηγητό τους ήταν λυσσαλέο. Οι δαίμονες είχαν σαφή εντολή από την αφέντρα τους, να μην τον αφήσουν να πλησιάσει. Όσο δυνατά κι αν ήταν τα χτυπήματά τους όμως, ο Ρέμελ δε θα σταματούσε πριν φτάσει στην αγαπημένη του που τον χρειαζόταν. Πετώντας χαμηλά, ανάμεσα στα δέντρα, κατάφερε να ξεφύγει για λίγο από τους γουρουναετούς, και περνώντας τις πύλες του ένδοξου βασιλείου, φοβήθηκε ότι ίσως ήταν αργά. Οι αισθήσεις του τον βοήθησαν να καταλάβει ότι ένα τεράστιο πλήθος είχε συγκεντρωθεί μπροστά από το βωμό, όπου ο βασιλιάς είχε αρχίσει να απαγγέλει το ξόρκι για να διώξει το αρχαίο τέρας, την ώρα που η διαβολική μάγισσα έσφιγγε τα δεσμά της ανιψιάς της, της Έθεριλ.

            ‘Ω! Αγάπη μου!’ μονολόγησε, και αφού μάζεψε όλη τη δύναμη του, αψηφώντας τις πάμπολλες πληγές του, πέταξε και προσγειώθηκε δίπλα στην απελπισμένη πριγκίπισσά του. ‘Σταματήστε!’ φώναξε, κι έκανε τους πάντες να στρέψουν προς αυτόν το βλέμμα τους. Σπρώχνοντας μακριά τη μάγισσα, έλυσε με γρήγορες κινήσεις τη Έθεριλ, και καταφέρνοντας να κρατήσει μακριά τους φρουρούς, ξεκίνησε να εξιστορεί στου μασκοφορεμένους κατοίκους τα σχέδια της μάγισσας. Αυτή, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αντιστρέψει το κλίμα, έδωσε ένα τόξο στο βασιλιά, και τον προέτρεψε να σκοτώσει τον προδότη πριν το τέρας κάνει την εμφάνισή του και καταστρέψει όσα έχτιζαν τόσα χρόνια.

Το πλήθος παρέμενε μπερδεμένο ακούγοντας όλα αυτά, και ο Ρέμελ τους προέτρεψε να βγάλουν κι εκείνοι τις μάσκες τους, και να χαρούν τη ζωή όπως έκαναν οι πρόγονοί τους. Πρώτη το έκανε η Έθεριλ, η οποία δίπλα του, ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της τόσο ευτυχισμένη. Ο πρίγκιπάς της υπήρχε! Της έσωσε τη ζωή, και το μόνο που ήθελε πλέον, ήταν να ζήσει κοντά του για πάντα! Όμως, ο πατέρας της, που για χρόνια ζούσε τυφλωμένος από μάγια, δεν επέτρεψε στην κόρη του αυτή τη χαρά. Σήκωσε το τόξο του, το έστρεψε προς τον Ρέμελ, και εξαπέλυσε ένα βέλος προς αυτόν. Η Έθεριλ δεν πίστευε στα μάτια της, και φωνάζοντας ‘όχι!!’ μπήκε μπροστά από τον αγαπημένο της προσπαθώντας να τον σώσει. Το βέλος όμως, τρύπησε το θώρακά της και μαζί και εκείνον του Ρέμελ, ενώνοντας τις καρδιές τους μια για πάντα. Το πλήθος έμεινε σαστισμένο για λίγο, βλέποντας την πριγκίπισσα και τον άγγελό της να μαρμαρώνουν και να μετατρέπονται σε άγαλμα, ακριβώς τη στιγμή που τελείωνε το νήμα της ζωής τους. Τα πρόσωπά τους, όμορφα και λαμπερά, απαλλαγμένα από μάσκες, στρέφονταν προς το μέρος των κατοίκων, ενώ οι ψυχές τους αποχωρίζονταν τα σώματά τους για να πετάξουν ενωμένες στους ουρανούς. Τότε ήταν που το αληθινό ξόρκι λύθηκε, και όλοι, ο ένας μετά τον άλλον, άρχισαν να πετούν τις μάσκες τους. Μετά την αρχική έκπληξη, αφού για χρόνια δεν είχαν αντικρύσει άλλο ανθρώπινο πρόσωπο εκτός από το δικό τους, όρμησαν προς το βασιλιά και τη μάγισσα, και αφού τους αλυσόδεσαν, τους δίκασαν για τα εγκλήματά τους, και τους επέβαλαν την ποινή της εξορίας στην πιο μακρινή έρημο. Από τότε το άγαλμα της Έθεριλ και του Ρέμελ έμεινε εκεί για να θυμίζει σε όλους τη δύναμη της αγάπης, και να προτρέπει όλους να μοιάσουν σε αυτούς τους δύο νέους, που με τη θυσία τους, χάρισαν την αληθινή ελευθερία στους κατοίκους της πολιτείας, κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..

‘Ετσι η μικρή Χριστίνα, έμεινε μαγεμένη να φαντάζεται όλα όσα της διηγήθηκε ο αγαπημένος της παππούς, και ήδη είχε γεμίσει προσμονή για την επόμενη ιστορία που θα άκουγε ακριβώς σε ένα χρόνο, παραμονή πρωτοχρονιάς….

No comments:

Post a Comment