Κύριος Χ
Ν
Ο Λ Α Ϊ Δ Ε Ρ Σ
1
«Σαν δύση και
ανατολή σε μια ματιά ανταμώσουν
Κι ο άγγελος που έφτασε τη μοίρα θε ν’αλλάξει
Τις άγκυρες της Άλμαε οι ναύτες ας σηκώσουν
Αφήνοντας τον άνεμο πορεία να χαράξει »
Αυτή η
αινιγματική επιγραφή ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της Άλμαε, ενός από τα
πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι της Μίραφεθ. Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια από όταν
έφτασε η Άλμαε στο τεράστιο λιμάνι, και από τότε δεν έχει φύγει καθόλου. Οι
άρχοντες της Μίραφεθ είχαν πειστεί από όσα τους είχε πει ο μυστηριώδης
καπετάνιος του πλοίου, και το είχαν σε περίοπτη θέση μέσα στο λιμάνι. Τους είχε
πει ότι θα απέπλεε μία και μοναδική φορά, αλλά θα ήταν πολύ σημαντικό να
μπορέσει να φύγει αμέσως, όποτε χρειαστεί. Έτσι, μετά από τόσα χρόνια, αυτό το
αρχοντικό και μυστήριο συνάμα πλοίο, είχε γίνει κάτι σαν σύμβολο για τη
Μίραφεθ. Κάτι που ενώ κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί, προσέδιδε
ελπίδα ότι θα έρθουν πιο φωτεινές εποχές, και ότι η βασιλεία του φόβου που είχε
εγκαθιδρύσει ο Λέρεμοθ της Μοργκάελα θα λάμβανε τέλος. Άλλωστε, στο να αναχθεί
σε μύθο η προφητεία που δέσποζε στα πλαϊνά του πλοίου είχαν παίξει σημαντικό
ρόλο οι χαράκτες της, που δεν ήταν άλλοι από τα Νολάιδερς. Αυτά τα σπάνια
πλάσματα ήταν πουλιά, και ζούσαν ανάμεσα στα σύννεφα, ελεύθεροι ταξιδευτές.
Είχαν κάνει ελάχιστες φορές την εμφάνιση τους στους ανθρώπους, και πάντα ο
σκοπός τους ήταν σημαντικός. Έτσι, όταν την
πρώτη νύχτα μετά την άφιξη της Άλμαε στη Μίραφεθ, ένα ζεύγος από
Νολάιδερς πλησίασε το πλοίο και χάραξε αυτή την επιγραφή, όλοι το θεώρησαν ιερό
σημάδι και ένδειξη της σπουδαιότητας της μεγαλειώδους Άλμαε.
Δυο μέρες
δρόμο μακριά από εκεί υπήρχε μια πολιτεία τόσο όμορφη κι αρμονικά πλασμένη, που
νύχτες σαν την αποψινή ένιωθες τη γαλήνη να γεμίζει την ψυχή σου. Προφυλαγμένη
μέσα σε έναν κόλπο, είχε τον μεγάλο ωκεανό να απλώνεται μπροστά της, χωρίς όμως
να φαίνεται καν από όσους διέσχιζαν τα νερά μπροστά στις ακτές της. Και ο
μεγάλος βράχος πάνω στον οποίο ήταν χτισμένη, έγερνε έτσι προς τη θάλασσα, που
και ακριβώς πάνω στην κόψη του να ήσουν, δεν μπορούσες να καταλάβεις ότι κάτω
από τα πόδια σου βρίσκεται μια τέτοια πολιτεία. Έτσι η Νομάντε, μόνο αυτή από
τις 77 πόλεις του κόσμου τούτου, έμενε κρυμμένη διατηρώντας το μυστικό της
ασφαλές. Κανένας δεν έμπαινε, κανένας δεν έβγαινε από εδώ, και όλα τα δεινά που
συντάρασσαν τον υπόλοιπο κόσμο την άφηναν ανέγγιχτη. Όλα αυτά όμως μέχρι απόψε.
Η
θαλασσινή αύρα που δρόσιζε τους κατοίκους, ήταν η μόνη που κυκλοφορούσε στα
σοκάκια τις ανοιξιάτικες νύχτες σαν αυτή. Έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα,
προσδίδοντας μια γλύκα στα όνειρά τους, σα να έφερνε στον ύπνο τους κάθε
ευχάριστη μυρωδιά από τα πέρατα του κόσμου.
Αυτή τη φορά,
όμως, δε βρήκε κανέναν στο κρεβάτι του. Ήταν όλοι μαζεμένοι στη μεγάλη πλατεία,
δίπλα από την ακτή, και παρατηρούσαν απορημένοι τους δύο νυχτερινούς επισκέπτες
τους. Και τι περίεργοι επισκέπτες ήταν αυτοί αλήθεια! Ανάμεσα στους ταραγμένους
κατοίκους στέκονταν δύο πλάσματα που μόνο στις ιστορίες των πρεσβυτέρων θα
μπορούσαν να έχουν θέση, μαζί με όλα τα τέρατα που επινοούσαν οι παππούδες για
να κρατήσουν φρόνιμα τα εγγόνια τους από σκανταλιές. Προφανώς είχαν έρθει
κολυμπώντας στην Νομάντε, μιας και ήταν βρεγμένοι ως το κόκαλο, και με ρούχα
ταλαιπωρημένα όπως και οι ίδιοι. Αυτός που τραβούσε εύκολα την προσοχή ήταν ο
γίγαντας που θα είχε ύψος σίγουρα δυόμισι μέτρα, αν όχι και παραπάνω, και που
τα υπερμεγέθη μπράτσα του φανέρωναν τεράστια δύναμη που θα αποθάρρυνε όποιον ήθελε
να του κάνει κακό. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος έτρεμε, και σίγουρα δεν οφειλόταν
μόνο στα παγωμένα νυχτερινά νερά που είχαν ποτίσει το κορμί του. Η όψη του, σε
αντίθεση με το μέγεθος του, είχε κάτι το παιδικό. Αυτό μπορούσε να το διακρίνει
βέβαια μόνο όποιος έβλεπε πέρα από το γυμνό από μαλλιά κρανίο του, το τεράστιο
μάτι που δέσποζε στο πρόσωπό του, και την απουσία στόματος από αυτό. «Τι
αλλόκοτο θέαμα!» σίγουρα θα σκέφτονταν οι περισσότεροι.. Και η παράδοξη εικόνα
συμπληρωνόταν από το κορίτσι που στεκόταν δίπλα του. Είχε περίπου το μισό του
ύψος, και η διαφορά ήταν πως εκτός από το τεράστιο, γαλάζιο μάτι που ξεχώριζε
στο πρόσωπό της, εκείνη είχε και στόμα, αλλά και άλλο ένα μάτι, ακριβώς στο
σβέρκο της, και δύο μακριές, μαύρες κοτσίδες που έπεφταν στα πλάγια.. «Ποιοι
είστε; Και πως βρεθήκατε εδώ;» τόλμησε να ρωτήσει κάνοντας ένα βήμα πιο μπροστά
ο σεβάσμιος δήμαρχος της Νομάντε. «Σάινοτ.. Πρέπει να βρούμε τον Σάινοτ..» ήταν
η απάντηση που πήρε από το νεαρό κορίτσι, δημιουργώντας ένα κύμα ψιθύρων και
αναστάτωσης στου κατοίκους. Όχι μόνο βρήκαν τη μυστική πόλη τους, αλλά γνώριζαν
και για τον πρίγκιπά της τον Σάινοτ, που ζούσε απομονωμένος στον πύργο του, στο
ψηλότερο σημείο της Νομάντε! Τι να τον ήθελαν άραγε.. Κάποιοι έφεραν στο μυαλό
τους την τελευταία επίσκεψη ξένου, από την
οποία είχαν περάσει είκοσι ολόκληρα χρόνια. Τότε, ένας αποκαμωμένος
άντρας, με το όνομα Ζίωνας, είχε έρθει γυρεύοντας πάλι τον Σάινοτ, ο οποίος
βέβαια ήταν μόλις μερικών μηνών, για να μεταφέρει ένα μήνυμα από τον πατέρα
του, τον βασιλιά της Νομάντε. Το μήνυμα ήταν ότι ο βασιλιάς θα επέστρεφε μόνο
όταν θα έβρισκε τη γυναίκα του, η οποία είχε εξαφανιστεί μετά από μια βόλτα της
στα περίχωρα της πολιτείας. Αφού είχαν περάσει μέρες χωρίς να έχουν αποτέλεσμα
οι έρευνες των κατοίκων, ο βασιλιάς τους διέταξε να επιστρέψουν όλοι πίσω και
θα συνέχιζε αυτός μόνος του. Όμως πέρασαν βδομάδες, μήνες, χρόνια, και το
βασιλικό ζεύγος δεν είχε επιστρέψει. Όλοι πείστηκαν ότι κάτι κακό τους είχε
συμβεί, και φρόντισαν έκτοτε να μην απομακρύνεται κανείς από τα όρια της
μυστικής πόλης. Τι να ήθελαν λοιπόν οι νέοι επισκέπτες τον πρίγκιπα της
Νομάντε; Να είχαν νέα από τον βασιλιά; Ένας τρόπος υπήρχε να μάθουν. Να τους
οδηγήσουν σε αυτόν.
Έτσι,
συνοδεία του δημάρχου και δέκα ακόμη κατοίκων, ανηφόρισαν το δρόμο προς το
παλάτι. Ο νεαρός πρίγκιπας για άλλη μια νύχτα δεν είχε ύπνο. Η μελαγχολία ήταν
μόνιμη συντροφιά του, ειδικά τις νύχτες. Η απαγόρευση εξόδου από την Νομάντε
του προκαλούσε απογοήτευση. Έτσι είχε απομονωθεί στο παλάτι, με μοναδική του
συντροφιά τον Ζίωνα, που είχε εξελιχθεί σε μέντορά του. Ο Ζίωνας ήταν ένας
περιπλανώμενος μουσικός, που όταν βρέθηκε στη Νομάντε μαγεύτηκε τόσο από την
παραμυθένια της ομορφιά που αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Άλλωστε, ο
βασιλιάς της, αν και τον γνώριζε ελάχιστα, του ανέθεσε την προστασία και την
ανατροφή του μοναχογιού του σε περίπτωση που αυτός δεν κατόρθωνε να επιστρέψει.
Ο Σάινοτ έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τις ιστορίες του Ζίωνα από τον έξω
κόσμο, και είχε στο νου του μια μέρα να ταξιδέψει έξω από τη χώρα του για να
γνωρίσει όλα όσα άκουγε στις διηγήσεις. Την ονειροπόλησή του διέκοψε ο θόρυβος
από την άφιξη των νυχτερινών επισκεπτών του. Η ματιά του φυσικά επικεντρώθηκε
στα δύο παράξενα πλάσματα που ξεχώριζαν σαν τη μύγα μες στο γάλα ανάμεσα στους
συντοπίτες του.
«Εσύ θα είσαι
ο Σάινοτ..» αποκρίθηκε το μικροκαμωμένο κορίτσι με το μάτι στη μέση του
προσώπου του. «Αυτός είμαι που γυρεύετε, ναι.. Κι εσείς αγαπητοί ξένοι;» ρώτησε
εκείνος με την έμφυτη ευγένειά του. «Ποιοι ακριβώς είστε; Και πώς γνωρίζετε για
εμένα;» «Με λένε Βίλσια, και αυτός είναι ο αδερφός μου, ο Τάρσεκ. Και σε
αναγνωρίσαμε, γιατί είσαι ακριβώς όπως σε περιέγραψε η μητέρα σου, η βασίλισσα
Σάντια». Το σοκ που προκάλεσαν τα λόγια της στην ομήγυρη, ήταν τόσο εμφανές,
που εκείνη συνέχισε αμέσως. «Έχω αρκετές απαντήσεις στα ερωτήματα που θες να
μου θέσεις, μα θα χρειαστούμε τη βοήθειά σου, αγαπητέ πρίγκιπα». «Η μητέρα
μου.. είναι ζωντανή? Μήπως είναι κάποιο παιχνίδι που παίζετε εις βάρος μου..»
δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και το κορίτσι απάντησε «Όχι. Λυπάμαι. Το
πνεύμα της όμως, που παραμένει φυλακισμένο μας καθοδήγησε να σε βρούμε..» «Τι
είναι αυτά που λες..» είπε ο Σάινοτ δίχως να ξέρει αν πρέπει να πιστέψει το
μυστηριώδες πλάσμα. «Σε επισκέπτεται συχνά στα όνειρά σου, έτσι δεν είναι? είπε
η Βίλσια. Και συνέχισε.. «Πριν από πολλά χρόνια, ο Λέρεμοθ, βασιλιάς της
παντοδύναμης Μοργκάελα, αποφάσισε να απαγάγει τις πιο όμορφες βασίλισσες του
κόσμου μας, γιατί πίστευε ότι έτσι θα μπορούσε να κάνει παιδιά που δε θα
έπαιρναν από τη δική του τερατόμορφη εμφάνιση, αλλά θα γεννιούνταν με κάλλη
αντάξια των μητέρων τους. Μία από αυτές ήταν και η μητέρα σου. Κανείς δε
γνώριζε πως εξαφανίστηκαν τόσες βασίλισσες. Το κράτησε κρυφό για να μην
ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ εκείνου και όλων των υπόλοιπων βασιλιάδων.» «Και τι
απέγινε μετά?» ρώτησε γεμάτος αγωνία ο Σάινοτ, που μετά από τόσα χρόνια μάθαινε
νέα της μητέρας του, που πράγματι είχε εμφανιστεί στον ύπνο του κάμποσες φορές.
«Κανένα από τα παιδιά του δεν έμοιαζε στις μητέρες τους. Όλες είχαν συμμετάσχει
σε αυτό χωρίς να το θέλουν, και τον καταράστηκαν τα παιδιά του να γεννηθούν
τέρατα, σαν εκείνον». Και εκείνος τις σκότωσε από την οργή του». συμπλήρωσε ο
Σάινοτ. Ο Λέρεμοθ ήταν διαβόητος για τη σκληρότητα και το θυμό του όταν δεν
μπορούσε να έχει αυτό που ήθελε. Ακόμα και στην απομονωμένη Νομάντε ήταν γνωστή
η φήμη του. «Ακριβώς.» συνέχισε την ιστορία της η Βίλσια. «Και είχε τον τρόπο
να παγιδέψει τις ψυχές τους μέσα στη Μοργκάελα, να μην τις αφήσει να
αναπαυθούν, έτσι ώστε να τις εκδικηθεί». «Πώς τα γνωρίζεις εσύ όλα αυτά;»
απόρησε ο Σάινοτ. «Ο Λέρεμοθ είναι πατέρας μας. Και η μητέρα σου μας έφερε στη
ζωή. Άρα, κατά κάποιο τρόπο.. είμαστε αδέλφια..» ολοκλήρωσε τις συγκλονιστικές
της αποκαλύψεις..
Την ίδια ώρα
στο λιμάνι της Μοργκάελα υπήρχε αφύσικα μεγάλη κίνηση. Καράβια κατέφθαναν
συνεχώς. Ο Λέρεμοθ είχε αρχίσει να πραγματοποιεί το τελευταίο του διαβολικό
σχέδιο. Είχε στείλει τους επίλεκτους στρατιώτες του με σκοπό να φέρουν εκατό
αγόρια και εκατό κορίτσια από κάθε μία από τις εβδομήντα επτά πολιτείες. Ο χρησμός
έλεγε ότι αν θυσίαζε τόσα νεαρά αγόρια και κορίτσια, τότε τα παιδιά που είχε
αποκτήσει, θα μεταμορφώνονταν, και θα αποκτούσαν την ομορφιά που εκείνος είχε
στερηθεί. Το πλάνο του πήγαινε καλά. Λίγες πολιτείες είχαν απομείνει να
προσφέρουν τα τέκνα τους με αντάλλαγμα να μην τις αφανίσει ο στρατός του. Μόνο
η Νομάντε αποτελούσε πρόβλημα. Η μυστική της τοποθεσία δεν είχε ανακαλυφθεί
ακόμη. Όμως ο πανούργος Λέρεμοθ είχε κάτι στο μυαλό του.
Το επόμενο πρωί ο Σάινοτ είχε ήδη πάρει την
απόφασή του. Θα συνόδευε τα δύο καινούρια του αδέλφια σε μια αποστολή
ριψοκίνδυνη, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Ήθελε να προλάβει τη
θυσία τόσων εκατοντάδων παιδιών και να ματαιώσει τα σχέδια του τερατώδους
Λέρεμοθ που ήταν ο υπεύθυνος για το ότι δε γνώρισε ποτέ τους γονείς του. Αυτό
ήταν που ονειρευόταν τόσα χρόνια άλλωστε.. Να εξερευνήσει τους τόπους πέρα από
την πατρίδα του. Και τώρα υπήρχε λόγος σημαντικός. Πήγε να ενημερώσει τον
Ζίωνα, αλλά εκείνος απουσίαζε. Είχε αφήσει ένα γράμμα, στο οποίο τον προέτρεπε
να ακολουθήσει την καρδιά του, και πως αυτό ήταν το πεπρωμένο του. Έλεγε επίσης
ότι θα ήταν κοντά του σε αυτό το ταξίδι, ακόμα κι αν δε γινόταν αντιληπτός.
Δίπλα στο γράμμα του είχε αφήσει το αγαπημένο του αντικείμενο, το Χάρμοτον,
έναν περίεργο, μαύρο κύβο που ποτέ δεν αποχωριζόταν. Όμως τώρα ήταν κι αυτός
εκεί, σα σημάδι ότι ο Ζίωνας είχε φύγει οριστικά. Του έγραφε ότι το Χάρμοτον
ήταν δικό του πλέον, κι ότι μόνο εκείνος θα μπορούσε να βρει τον τρόπο να το
ανοίξει και να το αξιοποιήσει. Το Χάρμοτον ήταν ένα σπάνιο μουσικό όργανο, που
ο Ζίωνας είχε ανακαλύψει σε ένα από τα ταξίδια του, όμως ποτέ δε βρήκε το πώς
λειτουργεί. Ίσως ο Σάινοτ να ήταν ο εκλεκτός που θα ανακάλυπτε τη μαγική
μουσική που αποτελούσε το περιεχόμενο του πανάρχαιου αυτού μουσικού κουτιού.
Είχε διδαχτεί όλα αυτά τα χρόνια όλα τα μυστικά που γνώριζε ο Ζίωνας, τώρα ήταν
η ώρα να εξελιχθεί μόνος του, πέρα από όσα του είχε μεταδώσει ο μέντοράς του.
Η Βίλσια και
ο Τάρσεκ ήταν ήδη ξύπνιοι. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο» είπε το κορίτσι. «Πρέπει να
ξεκινήσουμε. Ο Λέρεμοθ δε θα αργήσει να έχει ό,τι χρειάζεται». «Φύγαμε. Ελπίζω
μόνο να ξέρετε πού πάμε» απάντησε ο νεαρός πρίγκιπας. «Στην Μοργκάελα. Εκεί
πρέπει να φτάσουμε πριν να είναι αργά» είπε η Βίλσια, και έτσι, φορτωμένοι με
όσα τρόφιμα και νερό μπορούσαν να κουβαλήσουν, και ο Τάρσεκ σίγουρα μπορούσε να
μεταφέρει αρκετά, ξεκίνησαν την αποστολή τους. Κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας
τους, που ήταν εξαιρετικά δύσκολη - μιας και προκειμένου να αποφύγουν τους
απεσταλμένους του Λέρεμοθ φρόντιζαν να ταξιδεύουν μακριά από το δρόμο - ο
Σάινοτ έμαθε αρκετά για τους δύο συνταξιδιώτες του. Όπως ότι ο Τάρσεκ, δεν είχε
μεν στόμα να μιλήσει, αλλά διέθετε υπερφυσική δύναμη και αντοχή - άλλωστε κολυμπώντας
είχαν φτάσει στη Νομάντε, με τη Βίλσια στις πλάτες του. Εκείνη διέθετε μαγικές
δυνάμεις που εκπορεύονταν από το μάτι που είχε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της.
Μπορούσε να δει πράγματα που οι άλλοι δεν έβλεπαν με το μάτι αυτό. Έτσι μπόρεσε
η μητέρα τους, η Σάντια, να την καθοδηγήσει στον Σάινοτ, βοηθώντας τους να
δραπετεύσουν από τη φυλακή του Λέρεμοθ.
Μετά από δύο
μερόνυχτα ασταμάτητης πεζοπορίας, κι ενώ η νύχτα κάλυπτε με γοργούς ρυθμούς και
την τελευταία ηλιαχτίδα, είδαν να υψώνεται μπροστά τους, μέσα στο δάσος, ένας
πύργος ψηλός όσο και αλλόκοτα χτισμένος. Κομμάτια του απλώνονταν στα πλαϊνά
μέρη, σα φτερά, σε οχτώ διαφορετικά σημεία προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Σάινοτ
πρότεινε να ζητήσουν φιλοξενία από τον ιδιοκτήτη του για τη νύχτα, ώστε να ξεκουραστούν
και να συνεχίσουν το ταξίδι τους το πρωί με περισσότερη δύναμη και ενέργεια. Αν
και η Βίλσια εξέφρασε τις αντιρρήσεις της, σύντομα βρέθηκαν στην είσοδο του
πύργου, και, πριν προλάβουν να χτυπήσουν, η βαριά πύλη άνοιξε με ένα υπόκωφο
τρίξιμο. Ένα παράξενο πλάσμα, του οποίου το πρόσωπο ήταν το μόνο που παρέπεμπε
σε άνθρωπο, τους καλωσόρισε και τους ενημέρωσε ότι η κυρά του πύργου θα τους
φιλοξενούσε με χαρά. Τους συνόδεψε σε μία μεγάλη αίθουσα, και τους ανακοίνωσε
πως το δείπνο θα σερβιριστεί σε οχτώ λεπτά. Παρατηρώντας τον, είδαν ότι το σώμα
του ήταν σαν κορμός δέντρου, και πως η κίνηση του προερχόταν από την τεράστια,
χοντρή ουρά του που κινιόταν σα φίδι. Ο Σάινοτ δεν μπορούσε να κρύψει την
έκπληξή του για τον αλλόκοτο οικονόμο. Μέχρι πριν από μερικές μέρες όλα όσα
ζούσε τώρα θα του φαίνονταν απλά σαν όνειρο, όμως ήταν όλα αληθινά πέρα ως
πέρα. Κάθισαν λοιπόν, και, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, ένιωθαν όμορφα που θα
είχαν μία άνετη νύχτα ώστε να ανασυνταχτούν.
Ξαφνικά
ακούστηκε μία φωνή από την άλλη μεριά του τεράστιου τραπεζιού - μία γυναίκα που
δεν είχαν δει μέχρι εκείνη τη στιγμή –εκτός κι αν εμφανίστηκε ως δια μαγείας -
τους καλωσόριζε. Τα μακριά, ολόμαυρα μαλλιά της έφταναν μέχρι το πάτωμα, και
προσέθεταν κάτι ιδιαίτερο στην ομορφιά της. Στο μεταξύ άρχισαν να καταφθάνουν
κάθε λογής εδέσματα, τα οποία οι επισκέπτες της κυράς του πύργου τίμησαν
δεόντως. Αφού ολοκλήρωσαν το δείπνο τους, ο Σάινοτ πρόσεξε ότι η ίδια δεν είχε
δοκιμάσει τίποτα από τα εκλεκτά που σερβίρονταν. Κοιτούσε συνέχεια προς το
μέρος τους, όταν ο πρίγκιπας τη ρώτησε:
«Ποια είστε εσείς, αρχόντισσα, που την τιμή μας κάνετε να μας φιλοξενείτε;»
«Εδώ αγαπητέ μου, τέτοιες ερωτήσεις δεν τίθενται έτσι. Και τη φιλοξενία μου αν
εκτιμάτε, θα σεβαστείτε τους κανόνες της» απάντησε η παράξενη γυναίκα. «Με
γνωρίζουν με πολλά ονόματα, εδώ μέσα όμως είμαι η Κάρνελ» .Τότε ο Σλάβεμιλ, ο
πιστός της υπηρέτης, τους εξήγησε πως ήταν κανόνας για τους επισκέπτες να
θέτουν μία οποιαδήποτε ερώτηση στην ιδιοκτήτρια του πύργου, κι εκείνη με τη
σειρά της, εφόσον απαντούσε, θα τους ρωτούσε κάτι, που αν για οποιονδήποτε λόγο
δεν απαντούσαν, θα έμεναν αιχμάλωτοί της παντοτινά. «Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε
τώρα, και μόλις χαράξει, να έχετε έτοιμη την ερώτησή σας» είπε η μαυρομαλλούσα
γυναίκα και αποχώρησε το ίδιο άξαφνα όπως εμφανίστηκε. «Το ήξερα ότι δεν έπρεπε
να μπούμε» μουρμούρισε η Βίλσια.. «Τάρσεκ, εσύ θα μπορέσεις να σπάσεις την
πόρτα για να φύγουμε. Κανείς δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη δύναμή σου!»
«Τώρα είναι αργά» απάντησε ο Σάινοτ. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιό τους, αυτό άρχισε
να αιωρείται σε ολοένα και μεγαλύτερο ύψος, μέχρι που το έδαφος ίσα που
αχνοφαινόταν στο βάθος. Η Βίλσια, τρομαγμένη, αγκάλιασε τον γιγαντόσωμο αδερφό
της, ενώ ο Σάινοτ, διατηρώντας την ψυχραιμία του, εξέταζε
την ιπτάμενη φυλακή τους. «Δε χρειάζεται να πανικοβαλλόμαστε. Πρέπει να
ξεκουραστούμε, και το πρωί, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να απαντήσουμε
στην ερώτηση της Μάγισσας για να μας αφήσει να φύγουμε. Δείτε το θετικό, ότι θα
μας δώσει και κάποια πληροφορία για την αποστολή μας!» τους είπε και τους
καληνύχτισε. Η νεοαποκτηθείσα αδερφή του όμως, δεν κατάφερε να κλείσει μάτι όλη
νύχτα. ΄Εμενε ανήσυχη να αναλογίζεται πως θα γλύτωναν από την πανούργα Μάγισσα.
΄Ηρθε λοιπόν
το ξημέρωμα, και οι πόρτες του ιπτάμενου δωματίου άνοιξαν, φανερώνοντας μία
τεράστια αίθουσα, στη μέση της οποίας καθόταν η πανίσχυρη Μάγισσα, σα να τους
περίμενε. «Λοιπόν; Αποφασίσατε τι είναι αυτό που θέλετε να μάθετε πιο πολύ από
όλα;» τους ρώτησε. «Ναι» απάντησε ο Σάινοτ.. «Θέλουμε να μάθουμε ποια πορεία να
ακολουθήσουμε, τι να κάνουμε για να ολοκληρώσουμε το ταξίδι μας. Αυτό
επιθυμούμε να μάθουμε από εσένα» «Χμμ..» Η Μάγισσα έπεσε σε περισυλλογή για
μερικά λεπτά, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα της στον Σάινοτ, και όταν ξύπνησε από
το σύντομο αυτό λήθαργο, έδωσε την απάντησή της. «Αυτό που πρέπει να γίνει
είναι να δείξεις τα συναισθήματα που τρέφεις σε αυτήν που θα επιθυμήσεις
περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Να αφεθείς και να εκφραστείς με τρόπο μοναδικό,
για να εξυψωθείς μαζί της στους ουρανούς της αγαλλίασης». Οι ταξιδιώτες μας
έμειναν να αναρωτιούνται για τα λεγόμενα της Μάγισσας, μέχρι που την απορημένη
σκέψη τους διέκοψε η φωνή της Κάρνελ. «Και τώρα είναι η σειρά μου να ρωτήσω»
είπε, και η χροιά της φωνής της ανέδυε κίνδυνο. «Θέλω να μου πεις που βρίσκεται
η χώρα σου» είπε στον Σάινοτ, και οι φόβοι της Βίλσια βγήκαν αληθινοί. «Αυτό
που ζητάς δε γίνεται να σου το αποκαλύψω» είπε ο νεαρός πρίγκιπας. «Κανείς δεν
επιτρέπεται να μάθει αυτό το μυστικό». «Γνωρίζεις πως η άρνηση σου αυτή θα
σημαίνει κατάχρηση της φιλοξενίας μου. Είσαι υποχρεωμένος να απαντήσεις, όπως
έκανα εγώ στη δική σου ερώτηση, αλλιώς θα υποστείτε τις συνέπειες». Η ανησυχία είχε
κυριεύσει πλέον τα πρόσωπα των φιλοξενούμενων της Κάρνελ. «Σλάβεμιλ. Ενημέρωσέ
τους» διέταξε τον υπηρέτη της η Μάγισσα, κι ο δεντροσώματος με τη φιδίσια ουρά,
που είχε ήδη βρεθεί ανάμεσά τους, εξήγησε τις συνέπειες. Η μοίρα όσων στο
παρελθόν αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τους κανόνες του παιχνιδιού της Κάρνελ,
ήταν η μεταμόρφωσή τους σε κάποιο αλλόκοτο πλάσμα που θα έπλαθε η φαντασία της
δυνάστριας, και η φυλάκιση σε κάποιο από τα μπουντρούμια του πύργου της.
«Λοιπόν» ακούστηκε
επιτακτική
η φωνή της Κάρνελ. Ο Σάινοτ αναλογίστηκε τις συνέπειες. Η όψη του Σλάβεμιλ,
επιβεβαίωνε ότι η Μάγισσα είχε δυνάμεις ικανές να πραγματοποιήσει την απειλή
της. Πίσω από αυτό το υπέροχα σμιλεμένο πρόσωπο, κρυβόταν κάποια αδιόρατη
εικόνα, σαν κάτι να κρατούσε κρυφό, αλλά τι.. «Πρέπει να της πεις, αδελφέ μου.»
ψιθύρισε η Βίλσια. «Δε γίνεται να μείνουμε εδώ, έχουμε μια αποστολή να
ολοκληρώσουμε, και όλα εξαρτώνται από εμάς». Ο Σάινοτ, αφού πήρε την
επιβεβαίωση ότι θα ήταν ελεύθεροι να φύγουν μόλις της αποκάλυπτε το
επτασφράγιστο μυστικό της Νομάντε, περιέγραψε στην Μάγισσα τη μυστική τοποθεσία
κάτω από το βράχο μέσα στη θάλασσα. Είδε τα χαρακτηριστικά της να μαλακώνουν,
την έκφρασή της να γλυκαίνει, και σκέφτηκε ότι ίσως και να μην ήταν τόσο κακιά.
Ίσως ήταν απλή περιέργεια από τη μεριά της, ένα μυστικό που δε γινόταν να μην
κατέχει. Αυτή του τη σκέψη ενίσχυσε και η καλοσύνη που περιέβαλλε τα επόμενα
λόγια της.. «Είστε ελεύθεροι να συνεχίσετε το δρόμο σας. Δε θα σας εμποδίσει
κανείς να φύγετε. Εκτός εάν θελήσετε οι ίδιοι να μείνετε, είστε ευπρόσδεκτοι».
Η φωνή της έφτανε σα χάδι στα αυτιά του Σάινοτ, σα σειρήνα που μάγευε με τις
λέξεις. Το χαμογελαστό της πρόσωπο, δε φανέρωνε ίχνος κακίας. Όμως το χέρι της
Βίλσια με ένα σκούντημα, τον έβγαλε από αυτές τις σκέψεις μεμιάς. «Πρέπει να
φύγουμε.. Σε παρακαλώ». Έτσι, αρνήθηκε ευγενικά το κάλεσμά της, και με μια
υπόκλιση γύρισε για να φύγουν ακούγοντας την να τους εύχεται να έχουν επιτυχία
στην αποστολή τους. Μια σκέψη μέσα του τον προέτρεπε να μείνει κοντά στη
γοητευτική Μάγισσα, να μάθει τα μυστικά που θα μπορούσε να του διδάξει. Μόνο
αφού βγήκαν από τον παράξενο πύργο της Κάρνελ, και απομακρύνθηκαν αρκετά, μόνο
τότε ξαναμίλησε. «Γιατί τρέχετε έτσι; Και ποια η αιτία να ψιθυρίζετε μεταξύ
σας; Τι είναι αυτό που δεν πρέπει να ακούσω;» απεύθυνε τα ερωτήματά του στα
αταίριαστα αδέρφια του. «Τόση ώρα ήσουν σε λήθαργο και δεν άκουγες τι έλεγα;!»
άκουσε να του απαντά η Βίλσια. Κι έπειτα επανέλαβε όσα είχε δει. Φεύγοντας από
τον πύργο της Κάρνελ, με το πίσω μάτι της, είδε την αληθινή μορφή της Μάγισσας,
τη φρίκη της οποίας έκρυβε με μια ψευδαίσθηση. Όπως προχωρούσαν προς την πύλη,
η Βίλσια είδε έναν αποκρουστικό σκελετό, μέσα από τον οποίο ξεπρόβαλλαν κάθε
λογής έντομα, και ένα κρανίο που ήταν ζωσμένο με φίδια. Αυτή ήταν η πραγματική
Κάρνελ, και όχι η πλανεύτρα σειρήνα που ξελόγιαζε τον αδελφό της. Και φρόντισε
να εκτοξεύσει την απειλή της προς τη Βίλσια, δείχνοντας τον Τάρσεκ, τη στιγμή
που δύο όρνια πετούσαν απειλητικά πάνω από το κεφάλι της. Κανείς από τους
άλλους δεν αντιλήφθηκε αυτή τη σκηνή βέβαια, μόνο η Βίλσια είχε την ικανότητα
να βλέπει πέρα από το προφανές, χάρη στο μάτι που είχε σε τόσο ασυνήθιστη θέση,
στην πίσω πλευρά του κεφαλιού της.
Την ίδια ώρα,
η Οντέλ, η πριγκίπισσα της Άλμαε, έστεκε στην κουπαστή ανήσυχη. Ατένιζε τον
ορίζοντα, το πέλαγος που εκτεινόταν προκλητικό μπροστά της, και συλλογιζόταν αν
θα είχε ποτέ τη δυνατότητα να γνωρίσει τον κόσμο που ονειρευόταν. Τις σκέψεις
της αυτές, διέκοψε ο πατέρας της. «Ξέρω πως νιώθεις, κόρη μου. Ότι αισθάνεσαι
φυλακισμένη εδώ. Σύντομα όμως αυτό θα αλλάξει. Η μοίρα σου είναι χαραγμένη, κι
η ώρα που θα ενσαρκώσεις το ρόλο για τον οποίο προορίζεσαι γρήγορα πλησιάζει.
Εσύ μπορείς να ζωντανέψεις τα όνειρα όλων, να τα ξεθάψεις και να τους δώσεις
πνοή». «Αχ, πατέρα μου! Δεν περνά μέρα ή νύχτα που να μην το σκέφτομαι αυτό!
Όμως ναι, αισθάνομαι παγιδευμένη εδώ. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, και είναι
κάποιες στιγμές που αμφιβάλλω για όλα». «Είναι λογικό να σκέφτεσαι έτσι. Αλλά
δε σου έχω διδάξει ότι η υπομονή είναι μεγάλη αρετή;» «Συγχώρεσέ με αν κάνω
τέτοιες σκέψεις, πατέρα. Είναι που θέλω να γνωρίσω τη ζωή, και να απολαύσω όσες
συγκινήσεις αυτή προσφέρει!» «Να είσαι έτοιμη, κόρη μου, και θα γίνουν όλα στην
ώρα τους» ενθάρρυνε τη Οντέλ ο πατέρας της, και την άφησε να συνεχίσει να
ονειροπολεί.
Ο Σάινοτ, η
Βίλσια και ο Τάρσεκ είχαν απομακρυνθεί αρκετά από τον πύργο της Κάρνελ, και η
νύχτα είχε ρίξει το βαρύ της πέπλο πάνω από το δάσος του Ιλλούσεμ, όταν οι
ταξιδιώτες αποφάσισαν να ξεκουραστούν για λίγες ώρες. Η Βίλσια ήταν πάλι
ανήσυχη, όπως όταν έφταναν στον πύργο την προηγούμενη νύχτα. «Κάτι δεν πάει
καλά» είπε η μικρόσωμη προφήτης. «Αυτό είναι σίγουρο» απάντησε ο Σάινοτ. «Έχουμε
χαθεί κατά πως φαίνεται. Αυτό το δάσος μοιάζει με παγίδα. Σίγουρα κάναμε
αρκετούς κύκλους όλες αυτές τις ώρες» «Δεν εννοώ κάτι τέτοιο» ανταπάντησε η
αδελφή του. Νιώθω να μας πλησιάζει κάποιο μεγάλο κακό». Δεν πρόλαβε να
καταλαγιάσει ο ήχος από τα λόγια της, όταν ακούστηκε ένας θόρυβος από κάπου
μέσα στο δάσος. Τα αδέλφια σώπασαν για να αφουγκραστούν καλύτερα, μιας και ο
θόρυβος, σαν κάποιο αγριεμένο θηρίο που έψαχνε νυχτερινή τροφή, ακουγόταν να
πλησιάζει προς το μέρος τους. Το ξέφωτο που είχαν καθίσει για να περάσουν τη
νύχτα τους δεν προσέφερε κάποια ιδιαίτερη προστασία. Ήταν εύκολος στόχος.
«Τάρσεκ. Μόνο εσύ μπορείς να μας προστατέψεις» είπε ο Σάινοτ στον γίγαντα,
καθώς το θηρίο τους πλησίαζε με βήματα που έκαναν το έδαφος να τραντάζεται κάτω
από τα πόδια τους. Ο πρίγκιπας στήριξε την πλάτη του σε ένα ψηλό δέντρο,
κρατώντας τη Βίλσια στην αγκαλιά του. «Μη διστάσεις» προέτρεψε τον προστάτη
τους. «Εάν μας επιτεθεί, δεν έχουμε άλλη λύση.» Ο Τάρσεκ, κοιτώντας και τη
δακρυσμένη αδερφή του, ένευσε θετικά, και έκρυψε τους δύο συντρόφους του πίσω
από το γιγάντιο κορμί του, έτοιμος να τους προστατέψει με τη ζωή του απέναντι
στην άγνωστη απειλή που επρόκειτο να ξεπροβάλει από στιγμή σε στιγμή,
οπλισμένος με μία βαριά κοτρώνα και με το θάρρος που του έδινε η αγάπη για τη
Βίλσια και το Σάινοτ. Όταν το θηρίο ξεπρόβαλλε από τη συστοιχία των δέντρων που
οδηγούσε στο ξέφωτο, απείχε καμιά σαρανταριά μέτρα από το σημείο που στέκονταν
τα αδέρφια. Στα δύο δευτερόλεπτα που χρειάστηκε μέχρι να τους φτάσει, ο Σάινοτ
πρόλαβε να δει τα τερατώδη χαρακτηριστικά του, τη Βίλσια να έχει γυρίσει προς
το μέρος του και να ουρλιάζει « Όχιιιι», και τον Τάρσεκ να κατεβάζει με δύναμη
την κοτρώνα στο κεφάλι του κτήνους. Το κεφάλι πρόδιδε πως το αλλόκοτο πλάσμα
ήταν δημιούργημα και απεσταλμένος της Κάρνελ, μιας και τα υπόλοιπα μέλη του,
όπως και του Σλάβεμιλ, μόνο ανθρώπινα δεν ήταν. Το θηρίο, με τα τέσσερα
χταποδίσια πλοκάμια του να τροφοδοτούν με κίνηση ένα σώμα που έμοιαζε με
αρκούδας, δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το κεφάλι του που φανέρωνε έναν
μεσήλικα άνδρα, είχε νικηθεί από τον Τάρσεκ και σφάδαζε σωριασμένο στο έδαφος.
Η Βίλσια έκλαιγε με αναφιλητά τώρα, και ο Σάινοτ έσπευσε να την παρηγορήσει
λέγοντας ότι ήταν ασφαλείς πλέον. «Μα δεν ήθελα να σας κάνω κακό παιδί μου»
ακούστηκε να λέει το θηρίο, και γυρνώντας έκπληκτος ο Σάινοτ, το αντίκρυσε να
μεταμορφώνεται, και να εγκαταλείπει τα τερατόμορφα χαρακτηριστικά του. Το
χτύπημα του Τάρσεκ ήταν θανάσιμο, κι έτσι, λίγο πριν έρθει το τέλος του, ο
άντρας που κάποτε ήταν ο μεγάλος βασιλιάς της Νομάντε επανέκτησε την ανθρώπινη
μορφή που του είχε στερήσει η Κάρνελ. «Μα.. Πώς..» αναρωτήθηκε ο Σάινοτ
σαστισμένος από την αναπάντεχη συνάντηση. «Πριν από πολλά χρόνια γιε μου, όταν
έψαχνα τη μητέρα σου, έπεσα στα δίχτυα της καταραμένης μάγισσας. Με ξεγέλασε,
και με μετέτρεψε σε αυτό το τέρας που είδες πριν, κρατώντας με αιχμάλωτο. Και
τώρα ξεγέλασε κι εσένα, κι έμαθε το μυστικό της πατρίδας μας. Σίγουρα θα
στέλνει κάποιον απεσταλμένο της να ενημερώσει τον Λέρεμοθ. Καταλαβαίνεις ότι
δεν έχουμε πολύ χρόνο». «Μα γιατί δε μας φώναξες ότι είσαι εσύ;» ρώτησε ο
Σάινοτ απελπισμένα, έχοντας πλέον στην αγκαλιά του τον πατέρα του. «Είχα
ξεχάσει την ανθρώπινη φύση μου όλα αυτά τα χρόνια. Μόλις όμως σε αισθάνθηκα
στον πύργο, ξύπνησα, ξανάνιωσα, και το’ σκασα για να τρέξω κοντά σου. Η μορφή
μου όμως σας ξεγέλασε. Δε με ακούγατε.. Δεν έχει σημασία όμως τώρα. Αυτό που
προέχει γιε μου, είναι να ανατραπούν τα σχέδια του τύραννου. Μόνο εσύ μπορείς
να το κατορθώσεις αυτό». «Πώς να κάνω κάτι τέτοιο; Δεν ξέρω τον τρόπο..» «Όταν
έρθει η ώρα, θα καταλάβεις τι πρέπει να κάνεις παιδί μου. Θα σε καθοδηγήσει η
μητέρα σου. Και η καρδιά σου». Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Γκάρελντ,
βασιλιά της Νομάντε. Με την ολιγόλεπτη σιωπή τους, κατευόδωσαν την ψυχή του
Γκάρελντ προς το ουράνιο ταξίδι της, όταν ο Σάινοτ απευθύνθηκε στην ετεροθαλή
αδερφή του. «Αυτό εννοούσες ότι κάτι δεν πάει καλά. Θα πρέπει να εμπιστευόμαστε
τη διαίσθησή σου να μας οδηγεί από εδώ και πέρα.» Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι,
αμίλητη, μα ο Τάρσεκ έγνεψε καταφατικά. «Πρέπει να φύγουμε γρήγορα» είπε η
Βίλσια. «Δεν είμαστε ασφαλείς εδώ». Συμφώνησαν, και ξεκίνησαν δίχως να χάσουν
χρόνο.
Όταν το
απόγευμα της επόμενης ημέρας, άφηναν πίσω το δάσος του Ιλλούσεμ, αντίκρισαν,
όχι πολύ μακριά, μία λαμπερή πόλη να απλώνεται μπροστά στη θάλασσα. Δεν ήταν
άλλη από τη Μίραφεθ, μία πόλη ξακουστή για τις ομορφιές της. «Μίραφεθ. Μου έχει
μιλήσει για αυτήν ο Ζίωνας.» είπε ο Σάινοτ. «Ο δρόμος μας περνάει από εδώ.»
είπε η αδερφή του. «Ό,τι κι αν είναι αυτό που μας περιμένει εδώ, μας καλεί με
μεγάλη αποφασιστικότητα». «Τότε ας ψάξουμε να το βρούμε, καλή μου Βίλσια. Ας
αφήσουμε το ένστικτό σου να μας οδηγήσει» απάντησε ο Σάινοτ, και έτσι κίνησαν
για τη Μίραφεθ. Έξω από την πύλη της πόλης, αντίκρισαν έναν τεράστιο,
επιβλητικό ναό, δίπλα από την είσοδο του οποίου υπήρχαν διάφοροι πάγκοι. Ένας
από αυτούς, είχε διάφορα πανωφόρια με κουκούλες, και καθώς δεν περνούσε κανείς
εκείνη την ώρα από εκεί, επωφελήθηκαν και άρπαξαν τρία, ώστε να κρύψουν την
ιδιαίτερη εμφάνιση τους αποφεύγοντας να τους αναγνωρίσει κάποιος απεσταλμένος
του Λέρεμοθ ή της Κάρνελ. Τη στιγμή που μεταμφιέζονταν, ακούστηκε μια οχλοβοή
να πλησιάζει προς το μέρος τους. Ντύθηκαν γρήγορα, και κρύφτηκαν πίσω από κάτι
ψηλούς μωβ θάμνους, που δέσποζαν σε όλη την έκταση περιμετρικά του ναού. Ο
κίνδυνος, για άλλη μια φορά, ερχόταν κατά πάνω τους, σα να είχαν έναν μαγνήτη
που τον έλκυε. Κρυμμένοι και αμίλητοι πίσω από τους θάμνους, είδαν να πλησιάζει
και να διαβαίνει τις πύλες της Μίραφεθ, ο στρατός του δυνάστη της Μοργκάελα.
Και τι εντυπωσιακό θέαμα ήταν! Ο αριθμός τους, πρέπει να ξεπερνούσε τις δύο
χιλιάδες, οπλισμένοι όλοι, και πειθαρχημένοι στις εντολές του Λέρεμοθ,
εισέβαλλαν σε μία από τις τελευταίες πόλεις που τους απέμεναν, για να αρπάξουν
το μέλλον και αυτής της πόλης, εκατό αγόρια και εκατό κορίτσια ηλικίας δώδεκα
έως είκοσι ετών, όσο δηλαδή ήταν και τα καταραμένα παιδιά του Λέρεμοθ, και να
τα θυσιάσουν για τους σκοτεινούς σκοπούς του αφέντη τους. «Πρέπει να βρούμε
έναν τρόπο να τους εμποδίσουμε» ψιθύρισε ο Σάινοτ. Την τόλμη του όμως, κατανίκησε
η εικόνα που αντίκριζε. Ανάμεσα από τους πάνοπλους στρατιώτες, ξεχώριζαν μερικά
τεράστια τρικέρατα σκυλιά, τα Πίκεροντς, με κοντά μπροστινά πόδια, που έμοιαζαν
έτοιμα να χιμήξουν στο πρόσταγμα των αφεντικών τους, και που η τρομακτική τους
όψη σίγουρα θα προκαλούσε μεγάλη ταραχή στους φιλήσυχους και ειρηνικούς
κατοίκους της Μίραφεθ. Λίγα χιλιόμετρα πιο κει, στο λιμάνι της Μίραφεθ που
αποτελούσε και το κέντρο της πόλης, τα άσχημα νέα είχαν ήδη καταφθάσει. Οι
κάτοικοι έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους πανικόβλητοι. Στην περήφανη Άλμαε,
η ανησυχία δεν ήταν μικρότερη. «Τι θα κάνουμε τώρα πατέρα; Μήπως ήρθε η ώρα να
σαλπάρουμε; Δε μου φαίνεται καθόλου ευχάριστη αυτή η αναστάτωση» αποκρίθηκε η
Οντέλ. «Είμαστε έτοιμοι, κόρη μου. Περιμένουμε έναν οιωνό που θα επιβεβαιώσει
την προφητεία. Πρέπει να εμπιστευτούμε τα Νολάιδερς. Αυτά δεν κάνουν ποτέ
λάθος.» απάντησε ο πατέρας της, με έκδηλη ανησυχία. «Το μόνο που έχουμε να
κάνουμε, είναι να περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή, και να είμαστε έτοιμοι. Έχε
μου εμπιστοσύνη.»
Λίγη ώρα
αργότερα, τα στρατεύματα του Λέρεμοθ είχαν καταλάβει τη μεγάλη πλατεία του
λιμανιού, και το σάλπισμα μιας κόρνας ακούστηκε, για να καταλάβουν όλοι στη
Μίραφεθ το κάλεσμα. Μέσα σε λίγα λεπτά, όλοι είχαν μαζευτεί περιμετρικά του
απειλητικού στρατού, και ήταν έτοιμοι να ακούσουν τα δυσάρεστα νέα, τα οποία
ανέλαβε να τους μεταφέρει ένας στρατηγός του Λέρεμοθ. Ο Γκίλατς, ανεβασμένος σε
ένα μικρό ύψωμα, και ορατός από όλους μέσα στη λαμπερή πανοπλία του, άρχισε το
διάγγελμά του. «Κάτοικοι της Μίραφεθ! Στο όνομα του μεγάλου Λέρεμοθ, του
άρχοντα της πανίσχυρης Μοργκάελα, ερχόμαστε ειρηνικά να σας μεταφέρουμε το
μήνυμα του ηγέτη των εβδομήντα εφτά πολιτειών. Ο μέγιστος Λέρεμοθ, ζητά από την
κάθε πολιτεία που υπάγεται στην αυτοκρατορία του, από όλους εσάς, να δεχτείτε
την τιμή που σας κάνει, και να προσφέρετε τον εκλεκτό ανθό της χώρας σας, εκατό
αγόρια και εκατό κορίτσια, που θα χαρίσουν την ευημερία, ώστε να γλυτώσετε το
μένος του μεγάλου ηγέτη.» Τα λόγια του Γκίλατς, προκάλεσαν αναταραχή στους κατοίκους,
οι οποίοι άρχισαν να αποδοκιμάζουν τους απεσταλμένους του Λέρεμοθ, φωνάζοντάς
τους να φύγουν. Ο κοντόχοντρος στρατηγός όμως, σα να είχε ξαναζήσει αυτή τη
σκηνή, μειδίασε, και με ένα νεύμα του έδωσε εντολή να ελευθερωθούν κάποια από
τα τερατόμορφα σκυλιά, τα οποία ξεχύθηκαν μέσα στο πλήθος σκορπώντας τον τρόμο.
Αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σύγχυσης και πανικού, ο Γκίλατς έπιασε μία
χρυσή σφυρίχτρα που κρεμόταν από το λαιμό του σα φυλαχτό, και μόλις σφύριξε με
αυτήν, ο απόκοσμος ήχος της έκανε τα Πίκεροντς να κοκαλώσουν, παρά το ότι από
τα σάλια που τους έτρεχαν φαίνονταν απογοητευμένα που δεν τα άφησαν να
χορτάσουν την πείνα τους με τους ανήμπορους ντόπιους. «Το θέλημα του μεγάλου
ηγέτη θα πραγματοποιηθεί, είτε συμφωνείτε ή όχι.» ακούστηκε η φωνή του
τερατοδαμαστή. «Σας δίνω άλλη μία, τελευταία ευκαιρία, να υπακούσετε και να
προσφέρετε τις υπηρεσίες σας στον παντοδύναμο Λέρεμοθ, δίχως να ελευθερώσω την
οργή του πάνω σας για την ανυπακοή σας. Φύγετε τώρα, πηγαίνετε να ετοιμάσετε τα
τέκνα σας. Φορέστε τους τα πιο όμορφα ρούχα, και αποχαιρετήστε τα. Σε λίγο
φτάνει ένα πλοίο της Μοργκάελα, να τα παραλάβει για το μεγάλο βασιλιά.» Οι
κάτοικοι της Μίραφεθ, συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να
υπακούσουν, και με δάκρυα στα μάτια, ξεκίνησαν να εκτελέσουν τις εντολές του
Γκίλατς. Ήταν προτιμότερο να στείλουν τα παιδιά τους στο σκοτεινό βασίλειο του
Λέρεμοθ, παρά να γίνουν έρμαιο στις ορέξεις των κολασμένων Πίκεροντς. Ο Σάινοτ,
μαζί με τη Βίλσια και τον Τάρσεκ, ήταν καθισμένοι λίγο παραπέρα, σε ένα
υπόστεγο του λιμανιού, και στα πρόσωπά τους κάτω από τις κουκούλες που
προστάτευαν τη μυστική ταυτότητά τους, ήταν ζωγραφισμένη η απορία για τη
βαναυσότητα που κυριαρχούσε στον κόσμο. Βέβαια, για τη Βίλσια και τον Τάρσεκ,
δεν ήταν κάτι καινούριο αυτό, μιας και είχαν δει από κοντά για το ήταν ικανός ο
Λέρεμοθ. «Δεν μπορούμε να μένουμε έτσι απαθείς» έσπασε τη σιωπή ο νεαρός
πρίγκηπας. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό, καλέ μου» απάντησε ψυχρά η
αδελφή του. «Είναι άλλος ο δικός μας ρόλος σε αυτήν την ιστορία Σάινοτ». «Μα
δεν αντέχω να βλέπω να συμβαίνει τέτοια αδικία…» δεν πρόλαβε καλά καλά να
τελειώσει τη φράση του, όταν μια γνώριμη φωνή διέκοψε τα λόγια του. «Πιστεύατε
πως αυτές οι κουκούλες θα σας έκαναν αόρατους; Όχι από τα δικά μου μάτια όμως..»
«Κάρνελ! Τι κάνεις εσύ εδώ;!» ρώτησε έκπληκτος στη θέα της μάγισσας ο Σάινοτ.
«Ίσως σε είχα υπερτιμήσει λοιπόν. Θα έπρεπε να έχεις καταλάβει το ρόλο μου
πρίγκηπα, ιδίως μετά τη συνάντηση που είχες φεύγοντας από τον πύργο μου.»
έσταξε το δηλητήριό της η μάγισσα του σκότους. «Μην τολμήσεις να αναφερθείς
ξανά στον πατέρα μου καταραμένη! Θα έλθει η τιμωρία για τις πράξεις σου, και
τότε θα είσαι ανήμπορη!» φώναξε ο Σάινοτ πετώντας την κουκούλα, που τους ήταν
περιττή πλέον. «Πρέπει να φύγουμε, αδερφέ μου» είπε η Βίλσια, που είδε τη
μάγισσα να συνοφρυώνεται, και διέκρινε στο βλέμμα της το μίσος που είχε
πρωτοδεί στον πύργο της. «Δε μου είστε πια χρήσιμοι σε κάτι. Ήδη ο Λέρεμοθ
είναι ενήμερος για το που βρίσκεται η Νομάντε, και μετά από εδώ, ο στρατός του
θα κατευθυνθεί προς τα εκεί. Κι αφού πάρει κι από εκεί αυτό που χρειάζεται,
μετά θα μπορέσει να εκπληρώσει το χρησμό που του έδωσα» είπε αυτάρεσκα η
Κάρνελ. «Μας χρησιμοποίησες! Δε θα περάσει έτσι αυτό!» της απάντησε ο Σάινοτ.
«Δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα πλέον. Αρκετά με τα λόγια όμως. Γκίλατς!
Ελευθέρωσε τα σκυλιά σου.. Ήρθε η ώρα να ταϊστούν» είπε η μάγισσα, και ο
πολέμαρχος του Λέρεμοθ που στεκόταν δίπλα της, μουρμούρισε κάποια λόγια, που
στάθηκε αδύνατο να ακουστούν από οποιονδήποτε, εκτός από τα τρομερά Πίκεροντς,
που χωρίς να χάσουν στιγμή, ξεχύθηκαν προς το μέρος του Σάινοτ και των αδερφών
του. «Ελάτε! Πρέπει να φύγουμε τώρα!» φώναξε η Βίλσια, μα ήταν ήδη αργά, μιας
και τα Πίκεροντς είχαν ήδη πλησιάσει σε απόσταση βολής. Χωρίς να το πολυσκεφτεί
ο Τάρσεκ, έβαλε το τεράστιο κορμί του μπροστά από τα αδέρφια του, και απέκρουσε
την πρώτη επίθεση των σκυλιών, αποκομίζοντας αρκετές γρατζουνιές από τα νύχια
τους. Ο Σάινοτ, στάθηκε δίπλα του κραδαίνοντας το ξίφος του, κληροδότημα από
τον πατέρα του, αποφασισμένος να παλέψει για τη ζωή και τα ιδανικά του.
Όλη αυτή η
σκηνή λάμβανε χώρα μόλις μερικές δεκάδες μέτρα από την Άλμαε. Η πριγκίπισσα
Οντέλ, στεκόταν στην κουπαστή, σοκαρισμένη από τη βιαιότητα που αντίκριζε, όταν
ξαφνικά αυτό που είδε την έκανε να ουρλιάξει στον πατέρα της, που έτρεξε αμέσως
κοντά της. «Τα κατάφερε!» ψιθύρισε εκείνος, ενώ δάκρυα χαράς, φόβου, κι
ευθύνης, έτρεξαν από τα μάτια του. Χωρίς να αφήσει περισσότερα από δύο
δευτερόλεπτα να κυλήσουν, έδωσε εντολή στο πλήρωμα να σαλπάρουν αμέσως.
« Σαν δύση
και ανατολή σε μια ματιά ανταμώσουν
Κι ο άγγελος που έφτασε τη μοίρα θε ν’αλλάξει
Τις άγκυρες της Άλμαε οι ναύτες ας σηκώσουν
Αφήνοντας τον άνεμο πορεία να χαράξει «
«Αυτό δεν περιμέναμε, πατέρα
μου;» ρώτησε συγκινημένη η Οντέλ. «Αυτό δεν εννοούσε ο χρησμός των Νολάιδερς;»
«Ναι, κόρη μου. Αυτή η στιγμή αδημονούσαμε να φτάσει όλα αυτά τα χρόνια» Ήταν
ολοφάνερο πλέον, ότι το μικρόσωμο κορίτσι που αντίκριζαν, ήταν αυτό πού ένωνε
τη δύση και την ανατολή με την αλλόκοτη θέση των ματιών της. Κι ότι αυτός ο
πανέμορφος νέος που μαχόταν λυσσαλέα το Κακό, ήταν ο άγγελος που ήρθε να
αλλάξει τη μοίρα τη δική της, και του κόσμου.
«Κάτι πρέπει
να κάνουμε, να τους βοηθήσουμε, δε γίνεται να τους αφήσουμε να παλεύουν μόνοι!»
«Το ξέρω, καλή μου, το ξέρω. Και με πονά που δεν μπορώ να κατέβω να πολεμήσω
στο πλευρό του Σάινοτ». «Τον ξέρεις;»
«Εγώ τον έχω μεγαλώσει. Ήταν η επιθυμία του αληθινού του πατέρα, και δεν
μπορούσα να του πω όχι.» «Και πως το κατάφερες πατέρα; Γι’ αυτό έφευγες για
μέρες όλα αυτά τα χρόνια;» «Ναι, παιδί μου. Μεγάλωνα εσένα σε ένα πλοίο, και
εκείνον σε ένα παλάτι. Και οι δύο σας φυλακισμένοι από τη μοίρα.» «Άρχοντά μου!
Είμαστε έτοιμοι. Ξεκινήσαμε ήδη!» τον διέκοψε ένας ναύτης, κι εκείνος γύρισε
αποφασιστικά προς τη σκηνή της μάχης. Στην οποία ο Τάρσεκ, κατόρθωνε με την
υπερφυσική του δύναμη και με τη βοήθεια του Σάινοτ, να αποκρούει τις
λυσσασμένες επιθέσεις των Πίκεροντς, αλλά αυτό δε θα μπορούσε να κρατήσει πολύ
ακόμη. Ήδη ένιωθε καταβεβλημένος από την υπερπροσπάθεια, και τα σκυλιά του
Γκίλατς του είχαν καταφέρει αρκετά χτυπήματα κάθε ένα από αυτά, πριν τα
σωριάσει στο έδαφος ο γίγαντας. «Κράτα, αδερφέ μου! τον προέτρεπε ο Σάινοτ
μαχόμενος κι ο ίδιος απέναντι στα τέρατα, όταν ένιωσε τη Βίλσια να τον τραβά
από το μανίκι, και να του δείχνει προς το πανέμορφο
πλοίο που σάλπαρε από το λιμάνι της Μίραφεθ, και άκουσε να τον καλεί μια
φωνή τόσο οικεία. «Σάινοτ! Γρήγορα! Ελάτε!» Ο Ζίωνας, ο αγαπημένος του
δάσκαλος, εμφανιζόταν ως από μηχανής θεός σε αυτή τη δύσκολη ώρα. «Μα δε θα
προλάβουμε να φτάσουμε ως εκεί» μονολόγησε έκπληκτος για τη νέα απρόσμενη
συνάντηση, όταν με δυσκολία, ο Τάρσεκ του έκανε ένα νεύμα να τρέξει προς το
πλοίο, όσο ακόμη υπήρχε χρόνος. «Δεν μπορώ να σε αφήσω εδώ μονάχο σου» είπε ο
Σάινοτ, αλλά η Βίλσια δεν τον άφησε να χρονοτριβήσει. «Πίστεψέ με, είσαι πολύ
σημαντικός για να θυσιαστείς εδώ. Σε αυτή την ιστορία, πολλά θα κριθούν από
εσένα, η μητέρα μας, ήταν σαφής για αυτό. Ο Τάρσεκ ξέρει τι πρέπει να γίνει,
και θα μας καλύψει» είπε, και αποχαιρετώντας το γιγαντόσωμο αδερφό της με ένα
χάδι, τράβηξε τον Σάινοτ από το πεδίο της μάχης και προς την Άλμαε, η οποία ήδη
είχε σαλπάρει, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους στρατιώτες του Λέρεμοθ, που
ήταν απασχολημένοι με την περισυλλογή των νεαρών τέκνων της Μίραφεθ όπως τους
είχε προστάξει ο τερατόμορφος βασιλιάς τους. Όμως αυτή η απότομη κίνηση,
τράβηξε τη ματιά της Κάρνελ, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν προσηλωμένη στην
πάλη του Τάρσεκ απέναντι στα Πίκεροντς, με το βλέμμα της κυριευμένο από μίσος
και θαυμασμό συγχρόνως. Ο Σάινοτ είχε σηκώσει τη Βίλσια κι έτρεχε προς την
Άλμαε, από την οποία τους είχαν πετάξει ένα μακρύ σκοινί για να σκαρφαλώσουν,
και δεν απείχαν πλέον παρά μερικά μέτρα από την ελευθερία, έστω κι αν έπρεπε να
θυσιαστεί ο Τάρσεκ για αυτό. Ο Σάινοτ άρπαξε το σχοινί, και με τη Βίλσια σφιχτά
κουλουριασμένη πάνω του, άρχισε να απομακρύνεται από τη στεριά, μαζί με την
Άλμαε, όταν η Κάρνελ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις σκοτεινές της δυνάμεις.
Κατευθύνοντας τη ματιά της προς τα κρεμάμενα αδέρφια, μουρμούρισε ένα ξόρκι,
και άξαφνα, το σχοινί μετατράπηκε σε μία σειρά από δηλητηριώδη φίδια. Ένα από
αυτά, πρόλαβε να δαγκώσει τον Σάινοτ στον αριστερό καρπό, κι εκείνος, ένοιωσε
όλο το σώμα του να μουδιάζει, και κατάλαβε ότι θα πέσουν στη θάλασσα. Τότε,
κοιτάζοντας ψηλά, είδε σαν φόντο τον ουρανό, ακριβώς στο μεταίχμιο της μέρας με
τη νύχτα, να έχει πάρει ένα μαγικό χρώμα, που έκανε το πρόσωπο που ξεπρόβαλλε
από την κουπαστή να μοιάζει βγαλμένο από τα πιο όμορφα του όνειρα. Η
πριγκίπισσα Οντέλ στεκόταν δίπλα από τον Ζίωνα τείνοντας το χέρι της στον
Σάινοτ, και η γλυκύτητα στην έκφρασή της μέσα σε αυτόν τον χαλασμό τον γέμισε
με γαλήνη. Τέτοια απαράμιλλη ομορφιά, συναντούσες μόνο στα λόγια των πιο
ευφάνταστων παραμυθάδων σκέφτηκε, με τα μακριά, ολόμαυρα μαλλιά της να
ανεμίζουν σα σημαία ενός κράτους αγάπης κι έρωτα, και τα καστανά της μάτια να
τον καλούν να ζήσει για να γευτεί τη λάμψη και τη ζεστασιά τους. Πόσο θα’ θελε
εκείνη τη στιγμή να την αγγίξει, να χαϊδέψει την αλαβάστρινη επιδερμίδα της.
Όμως το δηλητήριο των πλασμάτων της Κάρνελ είχε εισχωρήσει στο αίμα του, και η
τελευταία φράση που ηχούσε στα αυτιά του καθώς έπεφτε μαζί με τη Βίλσια στα
νερά της Μίραφεθ, έβγαινε από τα χείλη του Ζίωνα. «Βρες μας ξανά! Βρες μας!» Ο
Τάρσεκ, παρακολουθώντας τα αδέρφια του να πέφτουν, ευχήθηκε για πρώτη φορά με
τόση θέρμη να είχε στόμα, ώστε να τους φωνάξει ότι τρέχει να τους σώσει, και
αυτό έκανε, όμως μόλις κίνησε προς τη θάλασσα, οι τοξότες του Γκίλατς έλαβαν
αμέσως εντολή να μην τον αφήσουν να πλησιάσει, και πράγματι, ένα σύννεφο από
βέλη, ανάγκασε τον πανίσχυρο γίγαντα να λυγίσει, λίγα μέτρα από τα κρυστάλλινα
νερά, και να σωριαστεί στο έδαφος ανήμπορος. Ο Γκίλατς, έδωσε εντολή στους
στρατιώτες του να τον περιμαζέψουν, ενώ η Κάρνελ κοιτούσε με έκδηλη ικανοποίηση
προς το σημείο που βυθίστηκαν ο Σάινοτ και η Βίλσια. «Θα ξεφύγουν» παρατήρησε ο
Γκίλατς, βλέποντας την Άλμαε να χάνεται στον υδάτινο ορίζοντα» «Ας ξεφύγουν. Και
που θα πάνε;» απάντησε αυτάρεσκα η μάγισσα. «Μη χάνουμε άλλο χρόνο. Η Νομάντε
μας περιμένει» και γύρισε επιδεικτικά την πλάτη της.
Όσο ο Σάινοτ
βυθιζόταν στα παγωμένα νερά της Μίραφεθ, η Βίλσια παρέμενε γραπωμένη πάνω του,
προσπαθώντας να μην τον αφήσει να παραδοθεί στο δηλητήριο που με γοργό ρυθμό
πότιζε το αίμα του, μάταια όμως, καθώς εκείνος έδειχνε να έχει εγκαταλείψει την
προσπάθεια. Και τότε, έγινε το αναπάντεχο. Ο Σάινοτ, έχοντας μείνει με τα μάτια
ανοιχτά πέφτοντας, αντίκριζε μια οπτασία. Το μυαλό του ήταν σα σταματημένο
έπειτα από τη δαγκωματιά του φιδιού, κι έτσι σκέφτηκε ότι η εικόνα που
αντίκριζε ήταν μια τελευταία παραίσθηση. Όμως η φωνή που τον καλούσε να
επιστρέψει από το λήθαργο στον οποίο βυθιζόταν, ήταν πέρα ως πέρα αληθινή. Η
Σάντια, η μητέρα που γνώρισε μόνο μέσα από τα οράματά του στα οποία τον
επισκεπτόταν, εμφανίστηκε άλλη μία φορά, περιστοιχισμένη από ένα κοπάδι από
δελφίνια, και χωρίς να χάσει χρόνο άγγιξε το μέτωπο του Σάινοτ,
σιγοτραγουδώντας. Και τότε ο Σάινοτ, τινάχτηκε, κι έδειξε σημάδια ζωής. Με ένα
νεύμα της Σάντια, ο Σάινοτ και η Βίλσια πιάστηκαν από τα δελφίνια, και αφέθηκαν
σε αυτά να τους
οδηγήσουν σε κάποιο ασφαλές μέρος. Μέσα σε δευτερόλεπτα, βρέθηκαν σε ένα
καταπράσινο, μικρό νησάκι, κι εκεί τα δελφίνια τους αποχαιρέτησαν και χάθηκαν
στο βυθό. Ο «Σάινοτ ήταν ακόμη σε μια παραζάλη, αλλά η επαφή με τη μητέρα του,
είχε σταθεί αρκετή για να τον επαναφέρει και να νικήσει την επίδραση του
δηλητηρίου. Και η Βίλσια, σα μαγεμένη, στεκόταν δίπλα του, συνομιλώντας με τη
μητέρα τους. «Μητέρα.. Πως..» ψέλλισε ο Σάινοτ, και η μητέρα του, με ένα
μελαγχολικά γλυκό βλέμμα, απάλυνε τον πόνο του. «Δεν είμαι ακριβώς εδώ γιε μου.
Όπως όλες τις φορές που σε επισκέφτηκα, έτσι και τώρα, το πνεύμα μου μιλά στην
καρδιά σου. Για λίγο και μετά θα χαθεί. Δυστυχώς, ποτέ δεν μπόρεσα να σε χαρώ
όπως θα ήθελα. Μα τώρα δεν είναι ώρα για αυτά. Ο χρόνος λιγοστεύει, και έχεις
μία αποστολή πολύ σημαντική να ολοκληρώσεις. Ο Λέρεμοθ είναι πολύ κοντά στο να
πραγματοποιήσει το διαβολικό του σχέδιο, και πρέπει να σταματηθεί. Μόλις
ανακτήσεις τις δυνάμεις σου, πρέπει να ξεκινήσετε. Η Βίλσια θα σου πει
περισσότερα. Εγώ θα χαθώ πάλι. Να
εμπιστεύεσαι την αδερφή σου. Και να πιστέψεις στον εαυτό σου, ότι κι αν
συμβαίνει γύρω σου.» Και με ένα χαμόγελο, η οπτασία της Σάντια, που η ομορφιά
της είχε μείνει αναλλοίωτη στο πνεύμα της, εξαφανίστηκε στον ουρανό.
Κάποια μίλια
μακριά, η Άλμαε έσχιζε τα νερά, αφήνοντας πίσω το λιμάνι της Μίραφεθ που τη
φιλοξενούσε τόσα χρόνια. Ο Ζίωνας, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τους ακολουθούσαν οι
απεσταλμένοι του Λέρεμοθ, πλησίασε τη Οντέλ που στεκόταν στην πρύμνη,
ατενίζοντας τη θάλασσα προς το σημείο που είδε πρώτη και τελευταία φορά τον
πρίγκιπα Σάινοτ. Η σκέψη της έτρεχε σε εκείνον, και τα δάκρυα που πλημμύρισαν
τα μάτια της τη στιγμή του βίαου αποχαιρετισμού, δεν είχαν στεγνώσει ακόμη.
Σκεφτόταν πόσο άδικο ήταν – με το που είδε εκείνον που της προκάλεσε αβίαστα
τόσα πρωτόγνωρα συναισθήματα αγαλλίασης τον έχασε. «Σκέφτεσαι εκείνον;» διέκοψε
το ταξίδι του νου της ο πατέρας της. «Γιατί; Πες μου το λόγο που συμβαίνουν όλα
αυτά!» ανταπάντησε η Οντέλ. «Ξέρω πώς νιώθεις, κόρη μου, και συμμερίζομαι τον
πόνο σου. Αλλά υπάρχει κάτι βαθύτερο από όλα αυτά, που σύντομα θα μας
αποκαλυφθεί. Και πιστεύω ότι ο Σάινοτ θα συμμετέχει σε αυτό με κάποιον τρόπο».
«Σέβομαι τη σοφία σου πατέρα, αλλά δε θέλω να μου δίνεις ψεύτικες ελπίδες. Όλα
αυτά τα χρόνια δεν ήξερα τι να περιμένω από τη μοίρα. Και μόλις με βρήκε η
ευτυχία, στη ματιά εκείνου, αποδείχθηκε τόσο πρόσκαιρη! Είναι μάταιο να
ονειροπολώ πάλι» του απάντησε φανερά απογοητευμένη. «Θέλω να πιστεύεις! Αν δεν
είχαμε πίστη, δε θα είχαμε φτάσει ως εδώ. Και τώρα, που η αναμονή έλαβε τέλος,
είναι πολύ σημαντικό να μην τα παρατήσουμε. Σε θέλω δυνατή δίπλα μου. Η μοίρα
έχει άλλα σχέδια για σένα, αρκεί να το πιστέψεις» είπε δυνατά ο Ζίωνας,
θέλοντας κι ο ίδιος να πάρει δύναμη από τα λόγια του.
Πίσω στη
Μίραφεθ είχε ξεσπάσει θρήνος. Οι μέθοδοι του Γκίλατς ήταν άκρως
αποτελεσματικές, και καθώς η νύχτα έριχνε το πέπλο της πάνω από τη θαυμαστή
πόλη, τα επιλεγμένα αγόρια και κορίτσια που θα θυσιάζονταν, είχαν ήδη
επιβιβαστεί στο τεράστιο, κατάμαυρο πλοίο του Λέρεμοθ που είχε έρθει να τα
οδηγήσει στη Μοργκάελα, αφήνοντας τους γονείς τους να μοιρολογούν για τα τέκνα
που αναγκάστηκαν να αποχωριστούν, και τους υπόλοιπους κατοίκους να στέλνουν
σιωπηλές ευχαριστίες στους ουρανούς, που τα δικά τους παιδιά δεν επελέγησαν για
τον ανίερο αυτό σκοπό. Όσο για την Κάρνελ, ήδη οδηγούσε τον Γκίλατς και το
στρατό του προς τη Νομάντε. Τον τελευταίο σταθμό τους, τη μυστική τοποθεσία του
οποίου τόσο δόλια είχε πληροφορηθεί από τον Σάινοτ. Μετά από κει, τίποτα πλέον
δε θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην πραγμάτωση του χρησμού που η ίδια είχε
δώσει στον τύραννο Λέρεμοθ.
Έπειτα από δύο μέρες ο Σάινοτ είχε πλέον ανακτήσει
τις δυνάμεις του πλήρως. Τις περισσότερες ώρες κοιμόταν, και όταν ξυπνούσε, το
μόνο που έκανε ήταν να τρώει τους καρπούς από το περίεργο δέντρο που έστεκε στη
μέση του μικρού νησιού, και που η Βίλσια φρόντιζε να του παρέχει,
διαπιστώνοντας πως εκτός από τη μοναδική τροφή που θα μπορούσε να βρει, οι
καρποί αυτοί που έμοιαζαν με ανανά στην όψη και με μάνγκο στη γεύση, είχαν και
θεραπευτικές ιδιότητες. «Σε ευχαριστώ που με φρόντισες. Μα τώρα πρέπει να
βρούμε έναν τρόπο να συνεχίσουμε το δρόμο μας» «Αν νιώθεις έτοιμος, μπορούμε να
φύγουμε όποτε θέλουμε» του είπε η Βίλσια, και του έδειξε τα δελφίνια που
έπαιζαν κάνοντας βόλτες γύρω από το νησάκι. «Ξέρουν πώς να φτάσουμε στη
Μοργκάελα» συνέχισε η Βίλσια. «Εκεί θα τελειώσει η ιστορία. Με τον έναν ή το
άλλον τρόπο» «Δεν έχω ακόμη καμία ιδέα του τι πρέπει να κάνουμε. Το μόνο που
γεμίζει το μυαλό μου αυτή τη στιγμή, είναι η εικόνα της. Και τα λόγια του
Ζίωνα. Πιστεύεις ότι κι αυτοί κατευθύνονται προς τα εκεί;» ρώτησε γεμάτος
προσμονή την αδερφή του. «Ξέρω μόνο ότι θα τους δούμε πάλι. Ίσως στη Μοργκάελα,
ίσως κάπου αλλού. Όπως ξέρω ότι όσα ένοιωσες εσύ εκείνη τη στιγμή, άλλα τόσα
συναισθάνθηκε κι εκείνη, η πριγκίπισσα Οντέλ». «Οντέλ.. Πώς ξέρεις το όνομά
της;» αναρωτήθηκε ο Σάινοτ. «Άκουσα τον πατέρα της να το φωνάζει όταν πέφταμε.
Και είδα με το πίσω μου μάτι τη μορφή της να λάμπει λουσμένη σε ένα χρυσαφί φως
όταν σε κοίταζε, λες και ήταν ένας άγγελος που κατέβηκε από τον ουρανό, γεμάτη
καλοσύνη και αγάπη για όλα τα πλάσματα του κόσμου». «Το είδες κι εσύ γλυκιά μου
αδερφούλα; Έλπίζω να τη βρούμε πριν να είναι αργά. Έχουμε βιώσει πολλές
απώλειες τις τελευταίες μέρες, δε θα επιτρέψω να υποστούμε άλλη» της είπε
θλιμμένα και αποφασιστικά μαζί. «Ξέρω ότι κι εσύ πονάς για τον Τάρσεκ, αλλά
στην καρδιά μου δεν ένοιωσα πόνο όταν τον αποχωριστήκαμε. Ίσως λόγω της έντασης
που επικρατούσε, αλλά πιστεύω ότι ο αδερφός μας είναι ακόμη ζωντανός». «Τότε
δεν υπάρχει λόγος να χάνουμε χρόνο» είπε ο Σάινοτ, και βύθισε το λαβωμένο χέρι
του στο νερό, καλώντας τα δελφίνια που κολύμπησαν γρήγορα προς την ακτή, για να
ξεκινήσουν αυτό το τελευταίο ταξίδι.
Αυτές τις δύο
μέρες, η Άλμαε ταξίδευε δίχως προορισμό. Από όταν άφησαν πίσω τους τη Μίραφεθ,
ο Ζίωνας προτίμησε να χαράξει την πορεία τους ο άνεμος. Και αν από κάποιο
σημείο και μετά, έμοιαζε σα να έκαναν κύκλους, σαν οι αέρηδες να έπαιζαν μαζί
τους, κάποιος λόγος θα υπήρχε. Μέχρι που τη δεύτερη μέρα μετά την αναχώρησή
τους, σταμάτησε να φυσά εντελώς, κι έτσι έμειναν καταμεσής της θάλασσας,
αναμένοντας ένα σημάδι για την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρουν. Ο Ζίωνας είχε
μάθει να πιστεύει τα σημάδια που έβλεπε, αυτά τον οδηγούσαν όλα του τα χρόνια,
γι’ αυτό καθησύχαζε τη Οντέλ και το πλήρωμα, λέγοντας τους να μην ανησυχούν, κι
ότι σύντομα θα μάθαιναν τι έπρεπε να κάνουν. Και πράγματι, όταν ξημέρωσε η
τρίτη μέρα, ο προορισμός τους αποκαλύφθηκε. Στο κέντρο του καταστρώματος,
υπήρχε χαραγμένος ένας χάρτης, που απεικόνιζε μία διαδρομή από το σημείο που
βρίσκονταν προς τη Μοργκάελα. Τα Νολάιδερς, δίχως να τα αντιληφθεί κανείς μέσα
στη νύχτα, κατέστησαν σαφή τη συνέχεια. «Στη Μοργκάελα λοιπόν. Εκεί που όλα
ξεκίνησαν, εκεί και θα τελειώσουν» μονολόγησε ο Ζίωνας, και έδωσε οδηγίες στους
ναύτες του.
Ήδη, η
Νομάντε, είχε υποκύψει με τη σειρά της, τελευταία από όλες τις πολιτείες, στα
στρατεύματα του Λέρεμοθ. Οι κάτοικοι, δακρυσμένοι, έβλεπαν το πλοίο με τα αγόρια και τα κορίτσια που θα
θυσιάζονταν όπως ήθελε ο χρησμός της Κάρνελ, να απομακρύνεται από το άλλοτε
απρόσιτα κρυφό λιμάνι της πόλης τους, κι αυτοί να μένουν πίσω ανήμποροι. Ποιος
μπορούσε να αντισταθεί στις ορδές των Πίκεροντς? Όσοι το τόλμησαν, έγιναν βορά
στην ακόρεστη πείνα των τερατόμορφων σκυλιών. Η βασιλεία του Λέρεμοθ, θα
επικυρωνόταν με τον πλέον δυσάρεστο τρόπο. Σε λίγες ώρες, μια μαχαιριά θα
καρφωνόταν στην καρδιά κάθε μιας πολιτείας, με το χαμό τόσων αθώων ψυχών. Οι
λίγες φωνές που προέτρεπαν σε αντίσταση ενάντια στα σχέδια του αδίστακτου
άρχοντα, πνίγηκαν γρήγορα υπό το φόβο των αντιποίνων, που σίγουρα θα ήταν
εξοντωτικά. Ο ίδιος ο Λέρεμοθ, κλεισμένος όπως πάντα στο παλάτι του, επέβλεπε
τις ετοιμασίες για τη θυσία από το ψηλότερο σημείο του πύργου του. Είχε λάβει
την ειδοποίηση της Κάρνελ ότι το σχέδιο είχε εκτελεστεί με απόλυτη επιτυχία.
Φρόντισε για αυτό ένας απεσταλμένος της, που με τη μορφή κορακιού πρόφτασε τα
νέα στο βασιλιά του, γλυτώνοντας τη ζωή του – και τι σπάνια τύχη ήταν αυτή –
χάρη στις καλές ειδήσεις που του μετέφερε. Έτσι, ο αιμοβόρος βασιλιάς, γεμάτος
ικανοποίηση που το σχέδιό του είχε απόλυτη επιτυχία μέχρι στιγμής, παρατηρούσε
την πρωτοφανή κινητικότητα στην τεράστια πλατεία της Μοργκάελα. Η πλατεία
εκτεινόταν από το λιμάνι της πόλης έως το πανύψηλο άγαλμα του Λέρεμοθ που
δέσποζε σα σύμβολο δύναμης κι εξουσίας, κι είχε αρχίσει ήδη να κατακλύζεται από
τους κατοίκους που περίμεναν να παρακολουθήσουν την τελετή, τη μεγάλη γιορτή
όπως την αποκαλούσαν οι τελάληδες που καλούσαν τον κόσμο να μοιραστεί τη χαρά
του άρχοντα της πόλης. Σε λίγο, χιλιάδες παιδιά, αγόρια και κορίτσια, θα
έπαιρναν θέση το ένα δίπλα στο άλλο, ντυμένα όλα στα λευκά, προσμένοντας μια
τιμωρία για την οποία δεν είχαν ιδέα. Οι υποτακτικοί της Μοργκάελα, τα
προετοίμαζαν ψυχολογικά λέγοντάς τους ότι ήταν εκλεκτά τέκνα, και ότι δεν είχαν
να φοβούνται τίποτα, μιας και ο Λέρεμοθ, που λατρευόταν σα θεός στα μέρη
εκείνα, θα τα έπαιρνε στην αγκαλιά του για να τους προσφέρει γαλήνη και χαρά. Η
δόλια τακτική τους, ήταν αποτελεσματική. Πολλά παιδιά είχαν αρχίσει να
πιστεύουν σε αυτή, και όχι μόνο δεν ένιωθαν φόβο – δεν τους είχε πει κανείς
τίποτα περί θυσίας άλλωστε – αλλά ήταν πλημμυρισμένα από προσμονή για τη
συμμετοχή τους στο μεγάλο γεγονός. Το τελευταίο πλοίο, εκείνο που έφερνε τα
παιδιά της Μίραφεθ και της Νομάντε κατέφθανε μέσα σε χειροκροτήματα και
επιδοκιμασίες. Η Κάρνελ, αμέσως μετά την αποβίβαση, έτρεξε προς το παλάτι για
να επιβλέψει το τελευταίο μέρος του χρησμού της, που ήταν ολοφάνερο πως δεν
μπορούσε πλέον παρά να εκπληρωθεί. Μόνο ένα θαύμα θα μπορούσε να αλλάξει την
κατάσταση τώρα.
Ο Σάινοτ και
η Βίλσια, έφτασαν στη Μοργκάελα σχεδόν ταυτόχρονα με το πλοίο που έφερνε την
Κάρνελ, κι εκμεταλλεύτηκαν το ότι η προσοχή όλων ήταν αλλού στραμμένη, έτσι
ώστε η παρουσία τους να μη γίνει αντιληπτή από κανέναν. Ευχαρίστησαν τα
δελφίνια για την πολύτιμη συνεισφορά τους με ένα στοργικό χάδι, και αφού τα
αποχαιρέτησαν προσπάθησαν να βρουν ένα τρόπο να μπουν απαρατήρητοι στο παλάτι
ώστε να προλάβουν τη θυσία. Δεν ήταν δύσκολο να βρουν το παλάτι. Ήταν τόσο μεγαλόπρεπα χτισμένο, με τους
πύργους του να εκτείνονται ως τον ουρανό, και φεγγοβολούσε από το χρυσάφι που
έντυνε τα τοιχώματά του. Επιβλητικό και απόκοσμο, δείγμα της μεγαλομανίας του
ιδιοκτήτη του. Φτάνοντας στη δυτική πλευρά του, είδαν μια μικρή πόρτα που δε
φυλασσόταν από κανέναν, και αποφάσισαν να μπουν από εκεί. Δεν είχαν κάποιο σχέδιο
για το τι πρέπει να κάνουν, μονάχα μια παρόρμηση που τους έσπρωχνε, και τη
διαίσθηση της Βίλσια σαν πυξίδα. Σιωπηλά, άνοιξαν την πόρτα, και τη διάβηκαν,
για να βρεθούν ξαφνικά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Μια δυσάρεστη αίσθηση
δυσοσμίας που απέπνεε θάνατο τους κυρίευσε, όμως αφού κοντοστάθηκαν για λίγο,
προχώρησαν αποφασισμένοι για όλα. Ψηλαφώντας τον παγωμένο τοίχο με τη γλοιώδη
υφή, βρέθηκαν σε κάτι σκαλιά. Ανεβαίνοντας, βρήκαν μια άλλη πόρτα, μεγαλύτερη,
από τη χαραμάδα της οποίας ξεπρόβαλλε ένα αχνό φως. Όταν όμως την άνοιξαν, τους
περίμενε μια τρομακτική εικόνα, πιο τρομακτική από ότι είχαν αντικρύσει ποτέ
μέχρι τώρα. Ένα πλάσμα τόσο παράξενο, που η φαντασία δεν μπορούσε να το πλάσει,
στεκόταν καταμεσής της τεράστιας αίθουσας γεμίζοντάς τη με τον όγκο του.
Έμοιαζε με δράκο το κορμί του, αλλά μόνο αυτό. Δώδεκα κεφάλια στηριγμένα σε
μακριούς, λεπτούς λαιμούς εξείχαν από το σώμα του και προς κάθε κατεύθυνση, ενώ
αμέτρητα ζευγάρια μικρών φτερών ήταν διάσπαρτα παντού, στο σώμα, στους λαιμούς
του, στα κεφάλια, ακόμη και στα πόδια του, που ήταν κοντά και χοντρά, και δεν
ήταν δύο μα εικοσιτέσσερα. Το ύψος του πρέπει να έφτανε πάνω από είκοσι μέτρα,
και αυτό έδινε ένα μικρό πλεονέκτημα στα αδέρφια μήπως και
ξεγλιστρήσουν
από το αλλόκοτο πλάσμα πριν τους πάρει είδηση. Και πράγματι, ήταν κοντά στο να
το καταφέρουν. Στην άλλη άκρη της γιγάντιας αίθουσας, υπήρχε μια ακόμη πόρτα,
που φαινόταν ως ο μοναδικός τρόπος διαφυγής. Ο Σάινοτ πήρε τη Βίλσια στους
ώμους του, και κινήθηκε γοργά προς εκεί, όσο το πλάσμα έβγαζε κάτι ήχους
ακατανόητους και τρομακτικούς. Τότε η Βίλσια, κοιτώντας με το πίσω μάτι της,
είδε μια άλλη όψη του τέρατος. Όπως είχε δει την αληθινή μορφή της Κάρνελ
φεύγοντας από τον πύργο της, έτσι και τώρα, είδε το δαίμονα που γέμιζε το χώρο
με την απόκοσμη παρουσία του, να μην είναι τίποτα άλλο από ένα παιδί, κι ότι
αυτά τα ουρλιαχτά που άκουγαν ήταν απλά το κλάμα του. Σταμάτησε τον Σάινοτ, και
του εξήγησε ψιθυριστά τι είδε, όταν όμως ο πρίγκιπας γύρισε για να κοιτάξει,
είδε να στέκει μπροστά του ένα από τα πολλά κεφάλια του τέρατος. Δεν τρόμαξε με
την αποκρουστική εικόνα που αντίκριζε μερικά εκατοστά μόνο από το δικό του
πρόσωπο, γιατί είχε πλέον απόλυτη εμπιστοσύνη στην αδερφή του. «Ποιοι είστε
εσείς και τι κάνετε εδώ;» ρώτησε το πλάσμα, με τις λέξεις να βγαίνουν
ακανόνιστα από όλα τα κεφάλια του. «Δε θέλουμε να σου κάνουμε κακό» απάντησε ο
Σάινοτ, «είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε» «Να βοηθήσετε εμένα;» είπε ξεσπώντας
σε γέλια. «Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει, έχω ξεχάσει πια τι είμαι και τι
θέλω.» «Εμείς όμως βλέπουμε τι είσαι» παρενέβη η Βίλσια. «Ξέρω ότι δεν είσαι
αυτό που φαίνεσαι, κι ότι δε θέλεις να βλάψεις κανέναν. Πως θέλεις μόνο να
ξαναγίνεις παιδί, όπως ήσουν πριν». Τα λόγια της αυτά ταρακούνησαν το τέρας,
κάθε κεφάλι του οποίου περιεργαζόταν τους δύο ξένους με απορία. Ποιοι ήταν
αυτοί, και πώς μπορούσαν να δουν πέρα από το προφανές; «Είμαι σίγουρος ότι η
Κάρνελ ευθύνεται για αυτό που σου συμβαίνει του είπε ο Σάινοτ. Στο άκουσμα του
ονόματος αυτού, το πλάσμα έβγαλε ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό, που σίγουρα θα
ακούστηκε σε κάθε γωνιά του παλατιού. «Κάρνελ.. Αυτή με έκανε ό,τι είμαι.. Αυτή
και ο ανόητος ο Λέρεμοθ, που τον κάνει ότι θέλει. Μου έριξε ένα ξόρκι, και με
έχει δέσμιό της, να τρέφομαι από τη σάρκα των ανθρώπων. Και είμαι σίγουρος πως
κάτι σχεδιάζουν, γιατί πάει καιρός από όταν με τάισαν τελευταία φορά. Με θέλουν
πεινασμένο, για να μην αντέχω να κρατήσω μακριά την ακόρεστη και βάρβαρη πείνα
μου.» είπε με θλίψη το παιδί-τέρας. «Ω θεέ μου» αναφώνησε η Βίλσια. «Έτσι θα
θυσιάσουν τα παιδιά» συμπλήρωσε ο Σάινοτ. «Πρέπει να προλάβουμε αυτή την
καταστροφή. Πως είναι το όνομά σου?» ρώτησε το πλάσμα. «Δεν είμαι σίγουρος. Μια
λέξη μόνο τριγυρνά μες στο μυαλό μου συνέχεια, δίχως να ξέρω το γιατί.
Τίκελον.» «Αυτό θα είναι το όνομά σου φαντάζομαι. Λοιπόν, καλέ μας Τίκελον, θα
χρειαστούμε τη βοήθειά σου για να ανατρέψουμε τα διαβολικά σχέδια της Κάρνελ
και του Λέρεμοθ.» είπε ο Σάινοτ, μα η Βίλσια τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Είναι αργά τώρα» και του έδειξε προς τη δεύτερη πόρτα, στην οποία είχαν καταφθάσει
οι στρατιώτες του Λέρεμοθ, που σίγουρα είχαν ακούσει το ουρλιαχτό του Τίκελον.
«Ακολουθήστε μας χωρίς να αντισταθείτε» είπε ο ένας από αυτούς, και η Βίλσια με
ένα νεύμα της, έδειξε στον Σάινοτ πως έτσι έπρεπε να γίνει.
Στο μεταξύ, η
Άλμαε, είχε σχεδόν φτάσει στη Μοργκάελα. Ο Ζίωνας και η Οντέλ, στέκονταν στην
πρύμνη σιωπηλοί, κι έβλεπαν τη μεγάλη πολιτεία να αστράφτει από μίλια μακριά.
Οι χρησμοί τους οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στη φωλιά των εχθρών τους, μα
τώρα δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το τι έπρεπε να κάνουν. Και η μυρωδιά του
κινδύνου λες και ερχόταν με τον άνεμο και κυρίευε όποιον πλησίαζε το βασίλειο
του Λέρεμοθ. Όμως ο Ζίωνας είχε και κρυμμένα μυστικά, που του έδιναν το
πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Προς το παρόν όμως, η Άλμαε απείχε λιγότερο από
δέκα λεπτά από το να εισέλθει στο λιμάνι.
«Τι να τους
κάνουμε αυτούς; Ήταν στα υπόγεια, και προσπαθούσαν να μπουν στο παλάτι. Μου
φάνηκε ότι μιλούσαν στο δαίμονα, τον παρακαλούσαν να μην τους φάει» είπε ο
στρατιώτης, παρουσιάζοντας τους αιχμαλώτους του στον Λέρεμοθ και την Κάρνελ,
που ετοιμάζονταν να κατέλθουν στην πλατεία για την τελετή της θυσίας. Η Κάρνελ
αμέσως πήρε το λόγο. «Ανεβάστε τους στον πυργίσκο του λιμανιού, να έχουν και
παρέα εκεί, ώστε να απολαύσουν το θέαμα. Άλλωστε, ο Τίκελον δε θα πει όχι σε
ένα καλό επιδόρπιο. Πάρτε τους!» είπε, και προχώρησε μαζί με τον Λέρεμοθ,
περιστοιχιζόμενοι από δεκάδες στρατιώτες. «Πιστεύω ότι δεν έχεις παράπονο
άρχοντα μου» απευθύνθηκε στο Λέρεμοθ. Όλοι όσοι προσπάθησαν να υπονομεύσουν το
σχέδιο μας, απέτυχαν να μας σταματήσουν. Αυτός ήταν ο γιος του Γκάρελντ, που
αντί να καταφέρει να μας σταματήσει, πρόδωσε τη μυστική τοποθεσία της Νομάντε,
που τόσα χρόνια ψάχναμε» είπε, ενώ επιβιβάζονταν σε ένα Κερ Λάφε για να
κατέβουν στο χώρο της τελετής. Τα Κερ Λάφε, έμοιαζαν με γιγάντια μυρμήγκια σε
μια παράξενη μίξη με σαύρα, και ήταν γιγάντια, τόσο που μπορούσαν να μεταφέρουν
μέχρι και είκοσι ανθρώπους. Και ήταν φοβερά ευλύγιστα και ιδιαίτερα γρήγορα.
Δεν πήρε παρά κάτι λιγότερο από ένα λεπτό για να διασχίσουν την απόσταση από το
παλάτι ως την πλατεία της σφαγής. Κατέβηκαν μπροστά από την ειδική πλατφόρμα
που είχε φτιαχτεί για την περίσταση, και πήραν τις θέσεις τους για να κηρύξουν
την έναρξη της «γιορτής» - όπως την
παρουσίαζαν. Ο Λέρεμοθ, μονίμως κακόκεφος και δύστροπος, για πρώτη φορά μετά
από πολύ καιρό, άφησε να φανεί ένα μειδίαμα στα χείλη του. Έπρεπε βέβαια να
είναι κάποιος πολύ παρατηρητικός για να το διακρίνει μέσα σε αυτό το πρόσωπο
που θύμιζε ρινόκερο έτσι όπως εξείχε η τεράστια μύτη του, ενώ και τα
χαρακτηριστικά του πιο πολύ παρέπεμπαν σε άγριο ζώο παρά σε άνθρωπο. Τώρα όμως,
μέσα από τη μεταξένια, μωβ φορεσιά του, ένιωθε όλο του το κορμί να ριγά. Τέτοια η ικανοποίηση που ένιωθε για το ότι θα
κατάφερνε να αναστρέψει την κατάρα που του είχαν αφήσει όλες οι βασίλισσες που
γέννησαν τα παιδιά του παρά τη θέλησή τους, κάτι που θεωρούσε τη μοναδική του
ήττα όλα αυτά τα χρόνια της παντοδυναμίας του, και που ούτε η σφαγή των ανόητων
εκείνων γυναικών για τον αφορισμό στη μεγαλειότητά του δεν είχε κατευνάσει την
οργή του. Τώρα όμως, θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Τι καλύτερος τρόπος από το να
εξωραϊσει τα πιο τερατόμορφα κι από τον ίδιο παιδιά του, θυσιάζοντας τα τέκνα
από όλες τις πόλεις που οι βασίλισσές τους ευθύνονταν για τη δυστυχία του. Δίπλα,
είχε στηθεί μια άλλη πλατφόρμα, με τα παιδιά του Λέρεμοθ, ή με όσα είχαν
επιζήσει τελοσπάντων, μιας και τα νεύρα του κάθε φορά που έβλεπε να γεννιέται
ένα παιδί καταραμένο, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει. Άλλο είχε γεννηθεί
με τέσσερα αυτιά, αλλά δίχως μύτη και μάτια, άλλο με αυτιά ελέφαντα και πόδια
κουνελιού, το άλλο με τα χέρια στο στομάχι και ουρές να κρέμονται πίσω του. Όλα
αυτά θα άλλαζαν, και τα παιδιά του θα έπαιρναν την ομορφιά εκείνων που θα
θυσιάζονταν στην πείνα του Τίκελον.
Όλα, εκτός
από εκείνα που βρίσκονταν στην κορυφή του εικοσάμετρου πυργίσκου στο λιμάνι.
Γιατί όταν ο Σάινοτ και η Βίλσια ανέβηκαν εκεί ως αιχμάλωτοι, είδαν το μόνο
ευχάριστο γεγονός εδώ και μέρες. Ο Τάρσεκ είχε επιζήσει από τα βέλη των
στρατιωτών! Σε κακή κατάσταση μεν, το κορμί του πληγιασμένο και ματωμένο, και
αδύναμος από τα χτυπήματα που είχε δεχτεί μετά, αλλά ζωντανός. Ήταν τέτοια η
έκπληξή τους όταν συναντήθηκαν, που το ουρλιαχτό χαράς της Βίλσια τράβηξε για
λίγο την προσοχή πολλών από τα παιδιά που ανυποψίαστα περίμεναν να θυσιαστούν
ακριβώς από κάτω τους. Αυτά τα παιδιά, λοιπόν, δύο από τα τερατόμορφα τέκνα του
Λέρεμοθ, θα θυσιάζονταν κι εκείνα στο Τίκελον, ως τιμωρία για την προδοσία
απέναντι στον πατέρα τους. Και το γνώριζαν πλέον πολύ καλά, έτσι έπρεπε να σκεφτούν
ένα σχέδιο αντίδρασης. Από το σημείο που βρισκόταν ο πυργίσκος που ήταν
παγιδευμένοι στην είσοδο του λιμανιού, είχαν πλήρη θέα της κοσμοσυρροής που
λάμβανε χώρα από κάτω τους - όλοι οι κάτοικοι της Μοργκάελα ήταν συγκεντρωμένοι
για να δουν τη θυσία των παιδιών, που έστεκαν στο κέντρο της πλατείας,
λευκοντυμένα, και θαρρείς υπνωτισμένα έτσι όπως κρατούσαν από ένα κερί το
καθένα, σα σημάδι προς το Τίκελον ώστε να μη λαθέψει. Και μερικές δεκάδες μέτρα
από τον πυργίσκο, μία πλατφόρμα για το μεγάλο βασιλιά και την ακολουθία του,
της Κάρνελ προεξάρχουσας, και άλλη μία με τα παιδιά του Λέρεμοθ που περίμεναν,
θύματα κι αυτά μιας ματαιοδοξίας. Ο ήλιος μόλις είχε δύσει, σημάδι ότι η τελετή
ξεκίνησε, την ώρα που τα πέπλα του σκοταδιού που αγκάλιαζαν τη μεγάλη πολιτεία,
σχίζονταν από τα χιλιάδες αναμμένα κεριά. Και την ώρα που ο Λέρεμοθ, βλοσυρός
και μεγαλομανής όπως πάντα, έβγαζε το λόγο του στους πειθήνιους υπηκόους του, η
Βίλσια, έβγαλε τον Σάινοτ από τις μαύρες σκέψεις που του δηλητηρίαζαν το μυαλό
ακριβώς όπως εκείνο το φίδι στα παγωμένα νερά της Μίραφεθ. «Υπάρχει λύση! Απλά
πρέπει να τη βρούμε γρήγορα» ταρακούνησε τον Σάινοτ που την κοίταξε απορημένος.
«Θυμήσου τα λόγια που σου είπε η μάγισσα στον πύργο της, πως πρέπει να
ολοκληρώσουμε το ταξίδι μας. Φαντάζομαι ότι όλοι ξέρουμε ποια είναι αυτή που
επιθυμείς πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο από όταν την είδες. Πρέπει να βρούμε τον
τρόπο για να της δείξεις τα συναισθήματά σου, και να είναι κάτι μοναδικό,
μαγικό!» «Δεν έχεις άδικο αδερφή μου, κι εγώ αυτό συλλογιζόμουν τόση ώρα, αλλά
δε βρίσκω τον τρόπο» απάντησε, ενώ ο Λέρεμοθ έδινε εντολή να αρχίσει το
τελετουργικό, και να ελευθερωθεί το τέρας Τίκελον από το γιγάντιο κλουβί που
έμενε παγιδευμένο μήνες. «Τουλάχιστον θα φύγει από πάνω σας το ξόρκι, και θα
μπορέσετε να αποκτήσετε άλλη μορφή, έστω για λίγο μέχρι να έρθει κι η σειρά
μας» είπε κυνικά. «Ποιος σου είπε ότι θέλουμε να αλλάξουμε;» τον συνέτισε η
Βίλσια. «Έτσι γεννηθήκαμε, και νοιώθουμε απολύτως φυσιολογικοί, όπως κι αν
αντιδρά ο κόσμος. Δεν πιστεύω ότι έχουμε κάποιο πρόβλημα που πρέπει να
ξεφορτωθούμε» «Έχεις τόσο δίκιο. Συγχώρεσέ με, δεν ήθελα να σας προσβάλω. Η
διαφορετικότητά σας άλλωστε είναι που μας έφτασε ως εδώ» συμπλήρωσε εκείνος.
«Τι είναι αυτό που κρατάς τόση ώρα;» άλλαξε θέμα η Βίλσια κοιτώντας το περίεργο
αντικείμενο που ψηλάφιζε με τα δάχτυλά του ο Σάινοτ, ο οποίος έκπληκτος
συνειδητοποίησε ότι έκανε κάτι τέτοιο. «Δεν ξέρω πως, αλλά όση ώρα σκεφτόμουν
την Οντέλ, τα χέρια μου λες και κάποια δύναμη τα οδήγησε εκεί. Είναι το
Χάρμοτον, που μου έδωσε ο πατέρας της Οντέλ, ελπίζοντας ότι θα μπορέσω να
αποκρυπτογραφήσω το μυστικό του. Δοκίμασα την πρώτη μέρα του ταξιδιού μας, όμως
δε συνέβη τίποτα» εξηγούσε ο Σάινοτ, όταν ο Τάρσεκ, με όση δύναμη του είχε
απομείνει, τους σκούντηξε, και τους έδειξε το πλοίο που εισερχόταν στο λιμάνι.
Ήταν η Άλμαε! Και η Οντέλ, εκείνη που σύμφωνα με το χρησμό της Κάρνελ θα
ξεκλείδωνε τη μαγεία που χρειαζόταν για να αποτραπεί η σφαγή των αθώων παιδιών.
«Πατέρα! Κοίτα!» φώναζε εκείνη τη στιγμή στον πατέρα της, και είδαν μαζί, όπως
και όλο το συγκεντρωμένο πλήθος, από τα έγκατα του παλατιού να ξεπροβάλλει ένα
ακόμη αλλόκοτο πλάσμα, μόνο που αυτό ήταν πιο θηριώδες και τρομακτικό από όλα.
Ο Τίκελον, είχε ελευθερωθεί από τα δεσμά του, και αιωρούνταν πάνω από τη
Μοργκάελα, πεινασμένος και ανεξέλεγκτος. Και αν η Βίλσια με τον Σάινοτ γλίτωσαν
από τα μυτερά δόντια του, μιας και μέχρι να τους αντιληφθεί εκείνος -που αν και
διέθετε τόσα μάτια δεν μπορούσε να διακρίνει τι είναι αυτό που βλέπει-
κατάφεραν να δουν την πραγματική μορφή του και να τον ηρεμήσουν, τώρα κάτι
τέτοιο δε φαινόταν να μπορεί να τον συγκρατήσει. Τα κεριά, η θέρμη και το
τρεμάμενο φως τους, σαν να τον έλκυαν προς την τροφή του, κι έτσι, με τα δεκάδες,
μικρά μεν, πανίσχυρα δε φτερά του, πέταξε προς τη μεγάλη πλατεία. «Μόνο ένα
θαύμα μπορεί να γίνει τώρα» αναφώνησε ο Ζίωνας, βλέποντας την καταστροφή να
πλησιάζει και τα πάντα να παίρνουν τέλος μέσα στις επόμενες σπαρακτικές
στιγμές. Όταν όμως έστρεψε το βλέμμα του στην κόρη του, είδε ότι αν το
πιστέψεις, το θαύμα θα συμβεί. Αρκεί να πιστεύεις, και να το κυνηγήσεις. Είδε
την Οντέλ να κοιτάζει τον Σάινοτ. Να του στέλνει με όλη της την ενέργεια κάθε
σκέψη που έκανε για εκείνον από όταν τον άφησε να βυθίζεται δηλητηριασμένος,
κάθε προσευχή που έκανε ώστε να είναι καλά, κάθε γλυκιά εικόνα που γέμιζε το
μυαλό της στη σκέψη ότι θα τον έβλεπε ξανά. Την είδε να του στέλνει την πίστη
της, και όλη της τη δύναμη να τον ενισχύει σε ότι κάνει. Και είδε τον Σάινοτ, να
στέκεται σε εκείνον τον πυργίσκο, και το βλέμμα του στη θέα της Οντέλ να πετά
φλόγες. Εκείνη ήταν που ποθούσε πιο πολύ από οτιδήποτε, και τώρα, στην πιο
δύσκολη ώρα, την αντίκριζε ξανά. Τον είδε λοιπόν, να απελευθερώνει τη μαγεία
του Χάρμοτον, του αρχαίου μουσικού οργάνου που είχε αιώνες να ηχήσει. Αρχικά,
μια γλυκιά μελωδία ακούστηκε σαν ψίθυρος, κι έπειτα, ο μικρός κύβος άρχισε να
ανοίγει, να αποκτά πτυχές που φεγγοβολούσαν μέσα στη νύχτα. Ο Σάινοτ συνέχισε
να ψάχνει με τα δάχτυλά του, δίχως να τραβήξει το βλέμμα του από την πιο όμορφη
εικόνα που είχε δει ποτέ στη ζωή του, τη γυναίκα που ήταν το πεπρωμένο του, και
που ό,τι κι αν συνέβαινε στον κόσμο, δεν θα αποχωριζόταν ποτέ. Και είδε ο
Ζίωνας, τον Τίκελον, να ίπταται πάνω από τη μεγάλη πλατεία, έτοιμος να
κατασπαράξει την τρομαγμένη λεία του, με τη ντουζίνα από πεινασμένα στόματα που
διέθετε. Τότε όμως, ο Σάινοτ, είχε καταλάβει πώς να χειριστεί το Χάρμοτον. Δε
χρειαζόταν να το έχει διδαχθεί, τα δάχτυλά του έβρισκαν το δρόμο τους
κατευθυνόμενα από την ψυχή του. Και μια μαγική μελωδία, που όμοια της δεν ήταν
γνωστή σε κανέναν μέχρι τότε, πλημμύρισε όλη τη Μοργκάελα, κάνοντας τους πάντες
να στρέψουν την προσοχή τους στο μικρό μάγο που τους έλκυε με τη μουσική του.
Κρουστά συνόδευαν το πιάνο που πήγαζε από το Χάρμοτον, σαγηνεύοντας ακόμη και
τον Τίκελον, που έμεινε να πετά σαστισμένος πάνω από το λιμάνι. Η Κάρνελ και ο
Λέρεμοθ, ήταν έτοιμοι να διατάξουν τους στρατιώτες τους να επαναφέρουν την τάξη
σκοτώνοντας εκείνον που τους χάλασε τη γιορτή, αλλά οι τρομπέτες που ζωντάνευαν
από τα χέρια του Σάινοτ ήταν σα να έστέλναν με τις νότες τους αόρατες κλωστές
που επιδέξια τους έραψαν τα χείλη και τους κράτησαν σιωπηλούς. Και το καλύτερο
δεν είχε έρθει ακόμη. Η Οντέλ ένωσε τη μαγευτική της φωνή με τις μελωδίες του
Σάινοτ, γεμίζοντας το νυχτερινό ουρανό με τους στίχους που έβγαιναν από τα
τρίσβαθα της ψυχής της.
«Στιγμή μη
φοβηθείς, μην αναρωτηθείς,
Άσε τα μάτια
της ψυχής, να δούνε το κακό,
Με πίστη να
γεμίσεις, το μίσος να γκρεμίσεις,
Του σκότους
τους ανέμους, κλείσε σε έναν ασκό,
Κι όταν στο
φως λουστείς, μην τρέξεις να κρυφτείς,
Τ’άστρο που
αναζητούσες, στην άκρη τ’ουρανού,
Τ’όνειρο να
φωτίσεις, τον έρωτα να ζήσεις,
Τώρα σε βρήκε
εκείνο, ταξιδευτή του νου..»
Τότε ήταν που
λύθηκαν τα ξόρκια. Όχι όμως των παιδιών του Λέρεμοθ, αλλά τα ξόρκια που είχαν
δημιουργήσει τον Τίκελον. Τη στιγμή που ο έρωτας της Οντέλ και του Σάινοτ
δημιουργούσε ένα τόσο μαγευτικό τραγούδι, το πελώριο τέρας που ίπτατο πάνω από
τα κεφάλια τόσων παιδιών, απελευθερώθηκε από το κακό που το κρατούσε δέσμιο,
και με μια έκρηξη, διαλύθηκε σε χιλιάδες μικρά σαν κόκκους άμμου κομμάτια, που
σαν βροχή βεγγαλικών έλουσε τα παραλίγο θύματά του, που ξεκίνησαν, σα μια
χιλιοπρόσωπη χορωδία να συνοδεύουν το τραγούδι της Οντέλ και του Σάινοτ, με
πρόσωπα φωτισμένα όχι μόνο από τα κεριά πλέον, αλλά από την αγαλλίαση της
μοναδικής εμπειρίας που βίωναν. Και στη θέση του Τίκελον στον έναστρο ουρανό,
είχε απομείνει μονάχα ένα παιδί γυμνό, που πριν προλάβει να πέσει, τέσσερα
φτερωτά πλάσματα που εμφανίστηκαν λες από κάποιο μαύρο πέπλο που τα έκρυβε τόση
ώρα, το μάζεψαν στα χέρια τους με στοργή, μα προτού κανείς να αποτυπώσει στο
μυαλό του την αγγελική τους ομορφιά, εξαφανίστηκαν πίσω από το αδιόρατο εκείνο
πέπλο. Στο μεταξύ, ο Σάινοτ είχε πλημμυρίσει από την ενέργεια του Χάρμοτον, και
ζούσε τη μαγική μουσική του πιο πολύ από κάθε άλλον. Έχοντας τυλιχτεί σε ένα
εκστατικό, ολόλαμπρο φως, είχε ανυψωθεί πλέον από τον πυργίσκο, πετώντας προς
τον ουρανό, με το βλέμμα του πάντα καρφωμένο στην Οντέλ. Της χαμογέλασε, σα να
την ευχαριστούσε, όταν μία εκτυφλωτική λάμψη σαν πυροτέχνημα, τον πήρε μαζί
της. Χάθηκε στον ουρανό, έχοντας γίνει κι ο ίδιος μέρος της μαγικής ενέργειας
που απελευθέρωσε από το Χάρμοτον. Όλοι
ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και επευφημίες, νοιώθοντας τη μουσική του Σάινοτ να
τους λυτρώνει από την τυραννία του Λέρεμοθ και της Κάρνελ. Οι οποίοι στο μεταξύ
είχαν φύγει από την πλατφόρμα που στέκονταν. Και πριν προλάβει η Οντέλ να
αναρωτηθεί που πήγε ο αγαπημένος της, είδε την Κάρνελ να στέκεται μπροστά από
την Άλμαε, έχοντας πάρει την αληθινή της μορφή. Φίδια περικύκλωναν το σκελετό
που είχε για σώμα, και ζωύφια κάθε λογής ξεπρόβαλλαν από τα οστά της. «Δε θα
ζήσεις για να το χαρείς» είπε, και έστειλε δύο μικρά φίδια πετώντας τα, που
τσίμπησαν τη Οντέλ και τη σώριασαν στο έδαφος. Ο Ζίωνας άρπαξε το τόξο που
κρατούσε ο υπαρχηγός του, και έστειλε ένα φλεγόμενο βέλος προς τη μάγισσα, που
τυλίχτηκε στις φλόγες, και αφήνοντας ένα φρικιαστικό ουρλιαχτό, ξεψύχησε στην
προβλήτα της Μοργκάελα, παίρνοντας μαζί της τα ξόρκια και τις κατάρες με τα
οποία κρατούσε δέσμιους τόσους και τόσους όλα αυτά τα χρόνια. Ο Ζίωνας έσκυψε
δακρυσμένος πάνω από την κόρη του, ζητώντας της συγνώμη που δεν την προφύλαξε.
Κι εκείνη, πιο όμορφη από ποτέ, με τα μάτια της να αψηφούν τον πόνο και να
φωτίζουν το τεράστιο και γεμάτο αισιοδοξία χαμόγελό της, του έσφιξε το χέρι και
του είπε «Με περιμένει… Τον βλέπω να μου γελά και να με περιμένει να ζήσουμε
μαζί για πάντα». Κι έκλεισε τα μάτια της, για να λάβει χώρα κάτι μαγικό. Μία
λάμψη τύλιξε το άψυχο σώμα της, και μέσα από αυτήν ξεπρόβαλλε πετώντας ένα
πανέμορφο, όσο και ασυνήθιστο πουλί. Είχε το κεφάλι ενός πελαργού, το σώμα και
τα φτερά ενός κύκνου, και τα πόδια ενός αετού, και ήταν ζωγραφισμένο θαρρείς με
τα πιο όμορφα και ζωντανά χρώματα, που αιχμαλώτιζαν το μάτι. Κοντοστάθηκε λίγο
πάνω από το Ζίωνα, και ξεχύθηκε προς τον ουρανό, όπου και συνάντησε ένα άλλο
πουλί σαν κι εκείνο, που περίμενε ακριβώς από πάνω τους. Ήταν ο Σάινοτ και η
Οντέλ! Και με το λυτρωτικό θάνατό τους, μετατράπηκαν σε Νολάιδερς, ώστε μαζί,
αιώνια, να απολαμβάνουν την αγάπη τους και να φωτίζουν τις ζωές εκείνων που
τους χρειάζονται, όπως κάποια άλλα Νολάιδερς έκαναν και για εκείνους. Κάποιος
που ήταν κοντά στο πλοίο, και είδε όλη τη σκηνή, βροντοφώναξε «Ο Ζίωνας! Ο
βασιλιάς μας, ο αληθινός βασιλιάς μας γύρισε!» και σιγά σιγά όλοι έστρεψαν την
προσοχή τους προς τα εκεί. Οι πιο παλιοί, απαλλαγμένοι πλέον από το φόβο,
αναγνώρισαν τον πρίγκηπα που είχε εκδιώξει ο Λέρεμοθ πριν πολλά χρόνια,
προκαλώντας όλα αυτά τα δεινά, και που τώρα επέστρεφε, έχοντας καταφέρει να
επιβληθεί στο κακό. Ο Λέρεμοθ, ποτέ δεν εμφανίστηκε από τότε και κανένας δε
γνώριζε τι απέγινε. Φήμες μονάχα υπήρχαν που προέρχονταν από ευφάνταστους
παραμυθάδες και περιέγραφαν όλες τους, τις τιμωρίες που θα υπέμενε ο αλλοτινός
δυνάστης. Ο Ζίωνας, έχοντας στο πλευρό του τη Βίλσια και τον Τάρσεκ, φρόντισε
να επικρατεί σύνεση σε όλες του τις βασιλικές του αποφάσεις. Και η μνήμη της
Οντέλ και του Σάινοτ δεν έσβησε ποτέ. Η ιστορία τους έγινε θρύλος, δείχνοντας
πως με αγάπη, υπομονή και πίστη, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Κι έτσι έζησαν
αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
No comments:
Post a Comment